από admin | Ιούν 4, 2026 | ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ, ΠΑΙΔΙ & ΠΑΙΔΕΙΑ
Οι Δημοτικοί Βρεφονηπιακοί Σταθμοί Νέας Σμύρνης δίνουν και φέτος ραντεβού με μικρούς και μεγάλους στο Άλσος, παρουσιάζοντας το 5ο Φεστιβάλ τους με κεντρικό σύνθημα «Τα παιδιά θέλουν Ειρήνη».
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 6 Ιουνίου στις 19:30 και αναμένεται να γεμίσει τον χώρο με παιδικές φωνές, μουσική, χρώματα και δημιουργικές δραστηριότητες.
Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, τα παιδιά των βρεφονηπιακών σταθμών θα παρουσιάσουν χορευτικά δρώμενα, ενώ παράλληλα θα λειτουργούν περίπτερα με εργαστήρια χειροτεχνίας και γωνιές παιχνιδιού, προσφέροντας ευκαιρίες για δημιουργική απασχόληση και ψυχαγωγία.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ακόμη face painting και σαπουνόφουσκες, δραστηριότητες που κάθε χρόνο συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των μικρών επισκεπτών. Παράλληλα, θα προσφέρονται κεράσματα, γλυκά, παγωτά, χυμοί και διάφορες λιχουδιές για παιδιά και συνοδούς.
Το φεστιβάλ έχει καθιερωθεί ως ένας θεσμός που αναδεικνύει τη δουλειά των παιδαγωγών των δημοτικών δομών προσχολικής αγωγής, ενώ παράλληλα δίνει την ευκαιρία στις οικογένειες της πόλης να συμμετέχουν σε μια ανοιχτή γιορτή με επίκεντρο το παιδί.
📅 Ημερομηνία: Σάββατο 6 Ιουνίου 2026
🕢 Ώρα έναρξης: 19:30
🌳 Χώρος: Άλσος Νέας Σμύρνης
🎟️ Είσοδος: Ελεύθερη για όλους!
από admin | Ιούν 4, 2026 | ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΑΓΟΡΑ
Σε κινητοποίηση την Παρασκευή 5 Ιουνίου στις 19:00 στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου (έξω από τα Hondos), στη Νέα Σμύρνη καλεί ο Σύλλογος Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, εκφράζοντας την αντίθεσή του στην απόφαση για παράταση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων έως τις 22:30, στο πλαίσιο του νυχτερινού αγώνα δρόμου που θα πραγματοποιηθεί στην πόλη.
Ακολουθεί η ανακοίνωση του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας:
ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΘΗΝΑΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΙΟΥΝΗ, ΣΤΙΣ 19:00 ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ 33
Καμία ανοχή στη διεύρυνση ωραρίου!
Δουλεύουμε για να ζούμε και όχι να ζούμε για να δουλεύουμε!
Ο Εμπορικός Σύλλογος Νέας Σμύρνης, με αφορμή το νυχτερινό αγώνα δρόμου την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026 που διοργανώνει ο Δήμος με την Περιφέρεια Αττικής, πήρε απόφαση να συμμετάσχει διευρύνοντας το ωράριο των καταστημάτων μέχρι τις 22:30 το βράδυ. Μόνο οργή μπορεί να προκαλέσει το σύνθημα που διάλεξε στη συγκεκριμένη περίσταση με τίτλο «Τρέχουμε και στηρίζουμε την αγορά της πόλης»
Εμείς οι χιλιάδες εμποροϋπάλληλοι αλλά και οι μικροί αυτοαπασχολούμενοι γνωρίζουμε πολύ καλά τι εστί «τρέξιμο» στην καθημερινότητα μας για επιβίωση. Τρέξιμο από πόστο σε πόστο με την εντατικοποίηση να χτυπάει κόκκινο, τα ωράρια λάστιχο, τα σπαστά ωράρια, τα ακανόνιστα προγράμματα εργασίας, τη δουλειά τις Κυριακές, τους μισθούς ψίχουλα που δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές μας ανάγκες. Ήρθε λοιπόν να προστεθεί στη λίστα και η διεύρυνση του ωραρίου όποτε τη θεωρεί ο εκάστοτε Εμπορικός Σύλλογος και Δήμος απαραίτητη πατώντας πάνω σε αντεργατικούς νόμους που έχουν ψηφίσει όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα.
Η ακρίβεια, η αδυναμία να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες είναι θηλιά στο λαιμό όλων μας. Από κανέναν εργαζόμενο δεν λείπουν οι μέρες και οι ώρες για να ψωνίσει, ο πενιχρός μισθός δε φτάνει γιατί εξανεμίζεται στο πρώτο δεκαήμερο του μήνα.
Οι μόνοι που ωφελούνται είναι οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι του κλάδου που εκτοξεύεται η κερδοφορία τους και αποσκοπούν στην πλήρη απελευθέρωση των ωραρίων λειτουργίας των καταστημάτων. Τσακίζουν τους εμποροϋπαλλήλους τους οποίους ξεζουμίζουν μέχρι τελευταίας πτώσης και ταυτόχρονα εξοντώνουν τους μικρούς επαγγελματίες που οδηγούνται σε κλείσιμο των καταστημάτων τους αφού δεν μπορούν να αντέξουν στην κούρσα του ανταγωνισμού.
Δεν προσαρμοζόμαστε με την κανονικότητα που προσπαθούν να μας επιβάλλουν!
Κανένας συνάδελφος να μην ανεχτεί να δουλέψει υπερωρίες και μαύρες ώρες, κανείς να μην ανεχτεί μεταβολή του προγράμματος και ωραρίου του! Αν θέλουν μεγαλύτερους τζίρους, αν θέλουν ανοιχτά μαγαζιά μέσα στη νύχτα να τα δουλέψουν μόνοι τους!
Οι εργαζόμενοι στην περιοχή δεν είμαστε μόνοι μας! Εχουμε στήριγμα το Σύλλογο Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, οργανωνόμαστε μαζικά, ερχόμαστε σε επαφή για ότι ζήτημα προκύψει. Ενημερώνουμε τους συναδέλφους ότι ήδη το σωματείο μας έχει καλέσει την επιθεώρηση εργασίας να διενεργήσει έλεγχο στα εμπορικά καταστήματα για τις ώρες που θα διαρκέσει η διεύρυνση ωραρίου.
Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε το βήμα να οργανωθούμε και να παλέψουμε για ζωή και δουλειά με δικαιώματα! Η οργή και η αγανάκτηση να γίνει αγώνας διεκδίκησης όλων όσων σήμερα έχουμε ανάγκη για να ζούμε και να εργαζόμαστε με βάση τις σύγχρονες ανάγκες μας, την πρόοδο της τεχνολογίας και της επιστήμης και όχι σαν σύγχρονοι δούλοι.
Καλούμε όλους τους συναδέλφους σε οργάνωση στο σωματείο μας και σε μαζική συμμετοχή στην παρέμβαση – κινητοποίηση του σωματείου την Παρασκευή 5 Ιουνίου , ώρα 19.00, ραντεβού στην Ελευθερίου Βενιζέλου ( έξω από τα Hondos).
από admin | Ιούν 2, 2026 | EDITORIALS, ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ
Όταν ήμουν μικρή, περνούσα όλα τα καλοκαίρια μου στο εξοχικό μας· φεύγαμε Ιούνιο και γυρνούσαμε τέλη Αυγούστου για να πάμε εμείς τα παιδιά σχολείο. Όταν όμως έφτασα 13 ετών, καλοκαίρι πρώτης προς δευτέρα Γυμνασίου αποφάσισα να κάτσω ολόκληρο το καλοκαίρι στην Αθήνα για να κάνω εντατικά μαθήματα Αγγλικών.
Πήγαινα στον «Όμηρο» πάνω στην κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης. Παλιά δεν υπήρχαν τόσο πολλά φροντιστήρια έτσι κι αλλιώς, αλλά ο «Όμηρος» ήταν το πιο κεντρικό, το πιο οργανωμένο, το πιο καλό. Ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Τάκης Τσακίρης, ακόμα με θυμάται από τότε…
Διάβαζα λοιπόν καθημερινά μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, στην πίσω βεράντα του σπιτιού μας ακούγοντας τα πουλάκια, τα τζιτζίκια και τον τότε λεγόμενο «Αμερικάνο», τον ραδιοφωνικό σταθμό της Αμερικανικής Βάσης στο Κάτω Σούλι, ώστε να ακούω αγγλικά.
Τα πουλάκια έχω ακόμα την ευτυχία να τα ακούω, γιατί έχει ξεμείνει πίσω παραδόξως μια παλιά μονοκατοικία και μαζί της ένα τεράστιο δέντρο όπου φωλιάζουν όλα αυτά τα χρόνια εκατοντάδες πουλιά. Τρέμω την ώρα και τη στιγμή που θα μπουν οι μπουλντόζες να γκρεμίσουν το σπίτι, να ξεριζώσουν το τεράστιο δέντρο που πιάνει 3 πολυκατοικίες και να διώξουν τα πουλιά που ακόμα κελαηδούν μες στην πόλη…
Για το σπίτι δεν είχα κλειδιά, οι γονείς μου μού άφηναν απλώς ανοιχτή την πόρτα…
Εκείνο ήταν λοιπόν το πρώτο μου καλοκαίρι στην πόλη… Summer in the city… Το θυμάμαι με απεριόριστη γλύκα. Βρήκα 2 παιδιά από το φροντιστήριο και κάναμε παρέα, αράζαμε στο Παλούκι, βλέπαμε ό,τι ταινία ερχόταν στην τότε «Έλση», εκεί που σήμερα είναι το εμπορικό κέντρο στην Ομήρου.
Παίρναμε από δίπλα – από το παλιό ζαχαροπλαστείο του Τσιάπη, εκεί που είναι σήμερα τα καλλυντικά Mac -, παγωτό μηχανής, μόλις είχε πρωτοεμφανιστεί στην Ελλάδα, και έπεφτε γιρλαντωτό και λαχταριστό, κρέμα-σοκολάτα. Πηγαίναμε όμως και στο Φιλίπ και στο Σπόρτινγκ, καταναλώναμε μανιωδώς κάθε είδους ταινία.
Κάναμε ατελείωτες βόλτες στο Άλσος. Πήγα τότε για πρώτη φορά και στο Φεστιβάλ του Ρήγα, όπου πρωτάκουσα τους Φατμέ του νεαρού ακόμα Νεοσμυρνιώτη Νίκου Πορτακάλογλου.
Στα ραντεβού δεν έχω ιδέα πώς βρισκόμασταν τότε χωρίς κινητά… Αν κάποιος αργούσε ή του τύχαινε κάτι, απλώς περιμέναμε να έρθει ή φεύγαμε…
Η πλατεία δεν ήταν πεζόδρομος, και η πλατεία Καρύλλου ήταν ένα άδειο οικόπεδο με χώμα, όπου ερχόταν κάθε καλοκαίρι και στηνόταν ένα μικρό Λούνα Παρκ. Παίζαμε και καμιά σκοποβολή μπροστά από το προποτζίδικο του Διφωνή… Πηγαίναμε και στον Άδωνι και στον Γαλαξία, που ήταν τότε καφετέρια, για να πιούμε μιλκ-σέικ ή παγωτό με σόδα -ήταν πολύ της μόδας τότε αυτό!
Κι όταν έβρεχε μαζευόμασταν κάτω από τον «κακόφημο» τότε «Μπούρμπουλα», το χτιστό υπόστεγο της πλατείας στην Βενιζέλου, απ’ όπου πέρναγε κάθε λίγο και λιγάκι η Αστυνομία και μάζευε τη νεολαία για να μας πάει για εξακρίβωση στοιχείων στο Αστυνομικό Τμήμα, που ήταν κι αυτό τότε στην Πλατεία, δίπλα στον Άδωνι.
Και παραδίπλα ήταν ένα μικρό μαγαζί με τα πρώτα τότε ηλεκτρονικά, όπου παίζαμε με τις ώρες Pacman και φλιπεράκια. Καμιά φορά πηγαίναμε και στα μπιλιάρδα του Γκάτση, στον όροφο πάνω από εκεί που είναι σήμερα το Marks & Spencer, κι από κάτω είχε ο ίδιος βενζινάδικο και ένα συνεργείο γεμάτο Jaguar. Με μια τέτοια, σε βαθύ πράσινο χρώμα, πήγα πολύ αργότερα νύφη στην Αγία Φωτεινή…
Κι ύστερα σιγά-σιγά, απλώς τους γνώρισα όλους… Πέρναγα από την Πλατεία και έλεγα χίλια «Γεια». Γνώριζα ήδη τους γείτονες, γνώριζα τα παιδιά τους, παίζαμε έτσι κι αλλιώς από μικρά μαζί στους δρόμους της γειτονιάς, γνώριζα τους καταστηματάρχες, γνώριζα ακόμα και τους αστυνομικούς, όπως ήδη σας εξομολογήθηκα…
Γιατί η Νέα Σμύρνη ήταν τότε απλά χωριό. Κι ακόμα είναι λίγο για όποιον κυκλοφορεί…
Αλεξία Ηλιάδου
από admin | Ιούν 2, 2026 | ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ
Η ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης καλεί το κοινό να γνωρίσει ένα ιδιαίτερο έκθεμα από τις μουσειακές της συλλογές: τα γυαλιά οράσεως του Αντώνιου Αθηνογένη (1875-1963), μιας σημαντικής προσωπικότητας του μικρασιατικού ελληνισμού. Το αντικείμενο εκτίθεται στην αίθουσα της «Μικρασιατικής Εκστρατείας» και αποτελεί δωρεά της Α. Κοκκώνη.
Ο Αντώνιος Αθηνογένης γεννήθηκε στη Σμύρνη και υπήρξε αριστούχος απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής. Συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικαστής στα μεικτά τουρκικά και ευρωπαϊκά Προξενικά Δικαστήρια της Σμύρνης. Παράλληλα συμμετείχε στους εθνικούς αγώνες της εποχής, λαμβάνοντας μέρος στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα. Εκλέχθηκε βουλευτής, διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Βουλής και υπηρέτησε ως Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής της εποχής.
Τα γυαλιά που εκτίθενται διαθέτουν μεταλλικό στρογγυλό σκελετό με βραχίονες που αγκαλιάζουν τα αυτιά, χαρακτηριστικό σχεδιασμό της περιόδου 1900-1920. Συνοδεύονται από την αυθεντική θήκη τους, η οποία φέρει εμπορική σφραγίδα πιθανότατα γαλλικής προέλευσης.
Σύμφωνα με την ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης, πριν από τις τεχνολογικές εξελίξεις του 20ού αιώνα τα γυαλιά αποτελούσαν σπάνια και ακριβά αντικείμενα, συνδεδεμένα κυρίως με τις μορφωμένες και οικονομικά ισχυρές κοινωνικές τάξεις. Η εξέλιξη της οπτομετρίας και η βελτίωση της παραγωγής φακών συνέβαλαν στη σταδιακή διάδοσή τους, μετατρέποντάς τα σε απαραίτητο εργαλείο της καθημερινότητας.
Μέσα από αυτό το μικρό αλλά ιδιαίτερα συμβολικό αντικείμενο, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να προσεγγίσουν πτυχές της ιστορίας, της επιστήμης και του πολιτισμού της Σμύρνης, αλλά και να παρακολουθήσουν τη μετάβαση σε μια εποχή τεχνολογικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού.
Η ΕΣΤΙΑ Νέας Σμύρνης προσφέρει καθημερινά δωρεάν ξεναγήσεις στις μουσειακές της συλλογές, στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα.
Ημέρες και ώρες:
Δευτέρα έως Παρασκευή, 09:00 – 16:00
Για πληροφορίες και κρατήσεις, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν στα τηλέφωνα 210 9333702 και 210 9330274.
από admin | Μάι 30, 2026 | ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ
Η υπόθεση, που συνδύαζε έρωτα, εμμονή, θρησκευτικό παρασκήνιο και ένα προμελετημένο έγκλημα, μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας.
Η Κάτια Γιαννακοπούλου ήταν μια γυναίκα της διπλανής πόρτας. Ζούσε στην Καλλιθέα με τον σύζυγο και τον γιο της και εργαζόταν ως πλασιέ σε είδη δώρου. Κάποια στιγμή το 1989 ένιωσε την ανάγκη να βρει ψυχολογική υποστήριξη. Αντί όμως να απευθυνθεί σε ειδικό, ακολούθησε τη συμβουλή μιας φίλης και αναζήτησε βοήθεια στην εκκλησία της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο.
Εκεί λειτουργούσε ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος, του οποίου τα λόγια γοήτευσαν τη 34χρονη γυναίκα. Μια εξομολόγηση δεν της ήταν αρκετή. Όσο περνούσε ο καιρός, πήγαινε όλο και πιο συχνά στις λειτουργίες, τον συναντούσε και του άνοιγε την καρδιά της. «Με τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο», θα πει αργότερα. Αρχικά, η σχέση τους δεν ξεπερνούσε τα όρια της πνευματικής επαφής. Αυτό όμως άλλαξε την ημέρα που ο αρχιμανδρίτης την κάλεσε στο σπίτι του.
«Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα», θα θυμηθεί χρόνια μετά η ίδια. Την επομένη, η Κάτια τον συνάντησε ξανά και, σαν να μιλούσε σε κάποιον άσχετο με όσα είχαν συμβεί, του εξομολογήθηκε ότι φίλησε κάποιον ενώ ήταν παντρεμένη. Εκείνος της απάντησε καθησυχαστικά: «Είμαστε άνθρωποι και ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες». Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους.
Η Γιαννακοπούλου τον αγάπησε βαθιά. Κρυφά από τον σύζυγό της, έφτασε στο σημείο να σηκώνει μεγάλα ποσά από τον κοινό τους λογαριασμό για να τον βοηθήσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ο αρχιμανδρίτης της είπε πως είδε στον ύπνο του την Παναγία να του ζητά να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα δαπανηρό εκκλησιαστικό έργο, εκείνη δεν δίστασε να του δώσει τα χρήματα που χρειαζόταν. Όπως η ίδια υποστηρίζει, στη διάρκεια της σχέσης τους το συνολικό ποσό που του προσέφερε ξεπέρασε τα 27 εκατομμύρια δραχμές. Από την πλευρά του, θέλοντας να αποδείξει την αφοσίωσή του, ο Άνθιμος της έγραψε μια επιστολή δηλώνοντας ότι επιθυμούσε, μετά τον θάνατό του, το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη να περάσει στα χέρια της.
Το 1994 ο αρχιμανδρίτης απομακρύνεται από την εκκλησία του Παλαιού Φαλήρου για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί και προς το τέλος της χρονιάς μετατίθεται στο Λονδίνο. Παρ’ όλα αυτά, η Κάτια Γιαννακοπούλου συνεχίζει να τον επισκέπτεται κρυφά, πετώντας ακόμη και αυθημερόν ώστε η οικογένειά της να μην αντιληφθεί τίποτα. Εκείνος όμως έχει πια απομακρυνθεί συναισθηματικά και σταδιακά αποκόβει τη σχέση τους.
Η Γιαννακοπούλου δεν μπορεί να αποδεχτεί την αλλαγή στη στάση του. Άλλοτε τον ικετεύει και άλλοτε τον απειλεί.
Φτάνει μάλιστα στο σημείο να καταγράφει τις ολοένα και πιο σπάνιες ερωτικές τους επαφές, πιστεύοντας πως έτσι θα έχει μέσο πίεσης απέναντί του. Παρ’ όλα αυτά, ο Άνθιμος παραμένει αδιάλλακτος. Τον Σεπτέμβριο του 1996 ταξιδεύει από το Λονδίνο στην Αθήνα για να ψηφίσει χωρίς καν να την ειδοποιήσει. Όταν εκείνη το μάθει, καταρρέει.
Ύστερα από επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας, τηλέφωνα, πιέσεις και εκβιασμούς, συναντιούνται τελικά στις 7 Μαρτίου 1997 στο σπίτι του αρχιμανδρίτη στη Νέα Σμύρνη. Η ένταση ανεβαίνει, καβγαδίζουν, έρχονται στα χέρια και η Γιαννακοπούλου τον τραυματίζει ελαφρά στον λαιμό με ένα μαχαίρι. Από εκείνη τη στιγμή ο 59χρονος κόβει οριστικά κάθε επαφή. Σύμφωνα με την ίδια, όποτε προσπαθούσε να του τηλεφωνήσει, εκείνος έκανε πως δεν αναγνώριζε καν ποια ήταν.
Τον Ιούνιο του 1997, κυριευμένη από εμμονή και οργή, παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει. Από έναν ομογενή στην Ομόνοια αγοράζει ένα όπλο έναντι 480.000 δραχμών. Τον Ιούλιο, όταν ενημερώνεται τηλεφωνικά από την εκκλησία του Λονδίνου ότι ο Άνθιμος βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρεί πως έχει έρθει η στιγμή να υλοποιήσει το σχέδιό της.
Ύστερα από ακόμη μία σειρά επίμονων τηλεφωνημάτων και πιέσεων, αποσπά από εκείνον μια αόριστη υπόσχεση πως κάποια στιγμή θα συναντηθούν. Παρ’ όλα αυτά, πηγαίνει απρόσκλητη στο σπίτι του και χτυπάει το κουδούνι. Εκείνος αντιδρά έντονα, της μιλάει προσβλητικά και της λέει: «Δεν ντρέπεσαι; Πήγαινε στον άντρα σου και το παιδί σου», απειλώντας ταυτόχρονα ότι θα καλέσει την αστυνομία.
Το επόμενο πρωί η Γιαννακοπούλου τον περιμένει έξω από το σπίτι. Τον πλησιάζει, προσπαθεί για μια τελευταία φορά να του μιλήσει, όμως εκείνος της γυρίζει την πλάτη. Εκείνη τότε τραβάει το περίστροφο από την τσάντα της και πυροβολεί. Οι δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο κεφάλι.
Αμέσως μετά τη δολοφονία, η 42χρονη επιβιβάζεται στο μπλε Suzuki του κουνιάδου της και φεύγει τρέχοντας από το σημείο. Υπάλληλοι συνεργείου που βρισκόταν στο σημείο προλαβαίνουν να σημειώσουν τον αριθμό
κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, στοιχείο που θα αποδειχθεί κρίσιμο για την αστυνομία. Η ίδια εγκαταλείπει το όχημα κοντά στα νεκροταφεία Παλαιού Φαλήρου και Νέας Σμύρνης, πετάει το όπλο και τις σφαίρες σε διαφορετικούς κάδους και στη συνέχεια παίρνει ταξί για την Ομόνοια.
Σε κατάσταση σύγχυσης, παίρνει ένα ποδήλατο και περιπλανιέται όλη μέρα στους δρόμους της Αθήνας. Το βράδυ βρίσκει καταφύγιο σε μια οικοδομή στην Καλλιθέα. Τη δεύτερη ημέρα συνεχίζει να κινείται άσκοπα, φτάνοντας στο Αιγάλεω και περνώντας τη νύχτα σε ένα πάρκο στην Ελευσίνα. Την τρίτη μέρα πλέον θα σταματήσει να κρύβεται. Φόρεσε την ξανθιά περούκα που της είχε πάρει δώρο ο αρχιμανδρίτης και ενώ περιφέρεται ακόμη με το ποδήλατο, σταματάει έξω από την Ιερά Μονή της Παναγίας της Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα. Περνάει το κατώφλι και αναζητά μια μοναχή για να εξομολογηθεί. Η μοναχή την ακούει και είναι τελικά αυτή που θα καλέσει την αστυνομία.
Η Κάτια Γιαννακοπούλου βρίσκεται πλέον στα χέρια των Αρχών. Η ίδια όμως είναι η μεγαλύτερη τιμωρός του εαυτού της. «Tον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ό,τι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει», δήλωσε ύστερα από δέκα ώρες συνεχούς κατάθεσης στην Aσφάλεια. Συνέχισε λέγοντας: «Mακάρι να μην περάσει καμιά γυναίκα αυτό που πέρασα εγώ. Nα μη βρεθεί στο σημείο να αγαπήσει όπως εγώ, τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τρελά».
Μπροστά στον ανακριτή, τόνισε ξανά το ίδιο συναίσθημα: «Ο μεγαλύτερος τιμωρός, ο πιο αυστηρός εισαγγελέας είναι ο εαυτός μου», προσθέτοντας πως «Αναρωτιέμαι μόνο ποια τιμωρία σκληρότερη μπορεί να μου επιβάλλει η δικαιοσύνη από αυτήν που επέβαλα εγώ στον εαυτό μου σκοτώνοντας με τα ίδια μου τα χέρια τον επίγειο θεό μου».
Ακόμη και η πρώτη της φράση όταν μπήκε στο ανακριτικό γραφείο κινήθηκε στο ίδιο δραματικό ύφος: «Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς θα το είχα ήδη κάνει».
Η δίκη της σε πρώτο βαθμό πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1998, με τον σύζυγο και τον 18χρονο γιο της να βρίσκονται διαρκώς στο πλευρό της. Το δικαστήριο αναγνώρισε ως ελαφρυντικά τον μέχρι τότε έντιμο βίο της, αλλά και την «ανάρμοστη συμπεριφορά» του αρχιμανδρίτη. Τελικά, της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 20 ετών.
«Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο κι αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι κι αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι».
Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2001 η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε ομόφωνα σε ισόβια κάθειρξη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να της αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Οι δικαστές έκριναν ότι επρόκειτο για μια πράξη που τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με κίνητρο τον εγωισμό.
Έξι χρόνια μετά την ομολογία της, στις 5 Αυγούστου του 2013, το Συμβούλιο Εφετών Θήβας έκανε δεκτή την αίτησή της, τότε 58 ετών, και της έδωσε το δικαίωμα να αποφυλακιστεί από τις φυλακές Ελαιώνα.
Η υπόθεση της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του αρχιμανδρίτη Άνθιμου Ελευθεριάδη μεταφέρθηκε το 2000 στην τηλεόραση, μέσα από επεισόδιο της σειράς Κόκκινος Κύκλος, με πρωταγωνιστές τον Μηνά Χατζησάββα και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.
από admin | Μάι 30, 2026 | ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ, ΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΠΟΨΕΙΣ
Γράφει η ΝΑΤΑΛΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΩΤΗ
Μόλις λίγες ώρες αφότου πήρε εξιτήριο από το «Αττικόν», όπου μεταφέρθηκε μετά την άφιξή της στην Αθήνα και οι γιατροί έκριναν πως έπρεπε να παραμείνει για νοσηλεία κάποιες ημέρες, η Χριστίνη Δέση-Λουκά μάς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της στη Νέα Σμύρνη με αργές κινήσεις. Τα πόδια της είναι ακόμη αδύναμα και κάθε της βήμα δείχνει προσεκτικό, σχεδόν μετρημένο. Στο σαλόνι υπάρχουν ανοιχτές τσάντες, χαρτιά από το νοσοκομείο, φορτιστές και μερικά ρούχα που δεν έχει προλάβει ακόμη να τακτοποιήσει.
Παρότι ακόμη προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις εικόνες από την κράτηση, μιλάει για όσα έζησε σαν να ήταν ένα σκοτεινό όνειρο που τελείωσε απότομα. Δεν δείχνει διατεθειμένη να λυγίσει. Αντίθετα, μοιάζει πιο αποφασισμένη από ποτέ να μιλήσει δημόσια για όσα βίωσε. «Αυτό που έγινε με πεισμώνει ακόμη περισσότερο», λέει. «Για να μάθει ο κόσμος τι σημαίνει Ισραήλ και τι συμβαίνει πραγματικά εκεί. Γιατί αν αυτά μπορούν να τα κάνουν σε εμάς, που ήμασταν μέλη μιας διεθνούς αποστολής, τότε τι μπορεί να περνούν καθημερινά οι Παλαιστίνιοι;».
Με αυτή τη σκέψη προσπαθεί τώρα σιγά σιγά να επιστρέψει στην καθημερινότητά της και να οργανώσει τα επόμενα βήματά της. Στο μεταξύ, από την κουζίνα έρχεται η μυρωδιά από κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Η μητέρα της κινείται ήσυχα στο σπίτι, στρώνει το τραπέζι, γεμίζει ποτήρια με νερό και κάθε τόσο κοιτάζει την κόρη της με εκείνο το βλέμμα της ανακούφισης που έρχεται μόνο όταν ένας άνθρωπος επιστρέφει ζωντανός και καλά. «Φάε λίγο, έχεις μέρες να φας κανονικά», της λέει χαμηλόφωνα. Η Χριστίνη γελά κουρασμένα. «Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο κανονικό φαγητό μετά από πολύ καιρό…».
Το κινητό της δονείται συνεχώς. Μηνύματα από φίλους, συναγωνιστές, ανθρώπους που έμαθαν τι συνέβη και θέλουν να ρωτήσουν αν είναι καλά. Εκείνη προσπαθεί να απαντήσει σε όλους, αλλά γρήγορα το αφήνει στην άκρη. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη ότι γύρισα», λέει.
Η κουβέντα επιστρέφει σχεδόν αμέσως στη Γάζα. Στην αποστολή του Global Sumud Flotilla. Στο ταξίδι που ξεκίνησε ως μια πράξη αλληλεγγύης και κατέληξε – όπως περιγράφει – σε μια εμπειρία εξευτελισμού, βίας και απόλυτης αβεβαιότητας.
«Για μένα αυτή η ιστορία δεν ξεκίνησε τώρα. Το Παλαιστινιακό ήταν κάτι που με απασχολούσε από τα φοιτητικά μου χρόνια. Παρακολουθούσα από πολύ μικρή τις αποστολές αλληλεγγύης, τις εικόνες από τη Γάζα, τις επιθέσεις, τον αποκλεισμό. Με είχε αγγίξει πολύ το πώς ένας λαός συνεχίζει να αντιστέκεται μέσα σε τόσο ακραίες συνθήκες». Μετά το 2023, αισθανόταν όλο και πιο έντονα ότι δεν μπορεί να μένει απλώς θεατής. «Αρχισα να σκέφτομαι πολύ ενεργά πώς μπορώ να βοηθήσω κι εγώ. Πώς μπορώ να κάνω κάτι πιο ουσιαστικό από το να βλέπω ειδήσεις ή να ανεβάζω πράγματα στα social media».
Η απόφαση για τη συμμετοχή της στον Στολίσκο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επρεπε να πάρει άδεια από τη δουλειά της, να οργανώσει τα πάντα μήνες πριν. «Αλλά όταν άνοιξε ξανά η δυνατότητα συμμετοχής, είπα ότι αυτή τη φορά πρέπει να πάω».
Σηκώνει για λίγο το πιρούνι της, αλλά γρήγορα το αφήνει ξανά κάτω. Μιλάει ήρεμα, χωρίς υπερβολές, όμως σχεδόν κάθε πρόταση μοιάζει να κουβαλά εικόνες που ακόμη προσπαθεί να επεξεργαστεί. Οταν τη ρωτώ γιατί αποφάσισε να συμμετάσχει σε αυτή την αποστολή, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Θέλαμε να εκφράσουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας στους Παλαιστινίους, σε έναν λαό που έρχεται αντιμέτωπος με μια γενοκτονία. Να σπάσουμε τον ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρουμε ανθρωπιστική βοήθεια. Αλλά κυρίως να μην μπορεί κανείς να πει ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί».
Οταν ξεκίνησαν το ταξίδι, όλοι γνώριζαν ότι υπήρχε πιθανότητα επέμβασης. Οι προηγούμενες αποστολές το είχαν δείξει ξεκάθαρα. «Ξέραμε ότι μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με βία. Αλλά όχι αυτό. Σε καμία περίπτωση αυτό».
Θυμάται ακόμη τη στιγμή που πλησίασαν τα φουσκωτά. Τις φωνές από τα μεγάφωνα. Τις εντολές να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να πάνε στην πλώρη. «Η αποστολή ήταν απολύτως ειρηνική. Δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Σηκώσαμε τα χέρια και ακολουθήσαμε όλες τις οδηγίες».
Κι όμως, λίγη ώρα αργότερα, όπως λέει, άρχισε κάτι που ακόμη δυσκολεύεται να περιγράψει. «Από τη στιγμή που πατούσες το πόδι σου στο πλοίο – φυλακή καταλάβαινες ότι δεν είσαι πια άνθρωπος. Σου έπαιρναν το διαβατήριο, σου έδιναν έναν αριθμό και τελείωσε. Δεν ήξερες πού βρίσκεσαι, δεν ήξερες αν υπάρχει κάποιος που ξέρει τι συμβαίνει σε σένα, αν υπάρχει δικηγόρος, αν υπάρχει οποιαδήποτε προστασία».
Η φωνή της χαμηλώνει όταν περιγράφει το κοντέινερ μέσα από το οποίο περνούσαν όλοι πριν μπουν στον χώρο κράτησης. «Εκεί ξεκινούσαν τα πρώτα βασανιστήρια. Μπουνιές, χτυπήματα, ηλεκτροσόκ με taser, χτυπήματα με όπλα. Ηταν οργανωμένο. Δεν ήταν κάτι τυχαίο».
Σταματά για λίγο και κοιτάζει το πιάτο της χωρίς να μιλά. Η μητέρα της παρατηρεί από την κουζίνα, αλλά δεν τη διακόπτει. «Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερες ποιο είναι το όριο. Δεν ήξερες αν αυτό που συμβαίνει θα μείνει εκεί ή αν μπορεί ξαφνικά να γίνει κάτι πολύ πιο ακραίο».
Οι περιγραφές της για τις συνθήκες κράτησης προκαλούν αίσθημα ασφυξίας. «Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου νερό. Τη δεύτερη μέρα δεν νομίζω ότι ήπια ούτε μισό μπουκαλάκι. Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, δεν υπήρχε χαρτί τουαλέτας, δεν υπήρχε φαγητό». Θυμάται παγωμένα κομμάτια ψωμιού πεταμένα στο πάτωμα, ανθρώπους στριμωγμένους σε κοντέινερ, χημικές τουαλέτες που είχαν σταματήσει να λειτουργούν και νύχτες χωρίς ύπνο. «Χτυπούσαν τα κοντέινερ μέσα στη νύχτα, άναβαν φώτα, έβαζαν θορύβους για να μη μας αφήνουν να κοιμηθούμε. Υπήρχε διαρκώς ένα όπλο πάνω από το κεφάλι σου».
Η ίδια τραυματίστηκε λόγω της πολύωρης ακινησίας και της βίας που – όπως λέει – ακολούθησε. «Είχα πάθει νευροπάθεια. Δεν μπορούσα να κουνήσω καλά τα πόδια μου. Επειδή πήγαινα αργά, με έριχναν κάτω και με χτυπούσαν στο ήδη τραυματισμένο πόδι. Με πατούσαν με αρβύλες πάνω στο διάστρεμμα».
Οι γιατροί στο «Αττικόν» τής εξήγησαν αργότερα ότι θα χρειαστούν εβδομάδες για να επανέλθει πλήρως η κινητικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια επιμένει ότι ο δικός της τραυματισμός «είναι το λιγότερο». «Υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα». Και επαναλαμβάνει «ότι όντως είναι μικρό σε σχέση με τους 9.500 Παλαιστίνιους που είναι τώρα στη φυλακή (…) Πραγματικά ο δικός μου είναι ένα τίποτα μπρος σε αυτό που έχουν περάσει και περνούν αυτοί οι άνθρωποι». Θα επαναλάβει δε πολλές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας ότι «υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα».
Σκύβει για λίγο και τρίβει το γόνατό της. «Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν ήταν να σε κάνουν να φοβηθείς. Να σε εξευτελίσουν. Να νιώσεις ότι δεν έχεις καμία αξία». Περιγράφει συνεχή λεκτική και σεξιστική κακοποίηση προς τις γυναίκες της αποστολής. «Μας φώναζαν “ομορφούλες”, “ασχημούλες”, μας τραβούσαν από τα μαλλιά, μας άγγιζαν, μας έκαναν χυδαία σχόλια. Υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια εξευτελισμού».
Κάποια στιγμή η μητέρα της τη διακόπτει απαλά. «Φτάνει λίγο τώρα», της λέει. «Πρέπει να ξεκουραστείς». Η Χριστίνη χαμογελά σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν τρυφερά. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σπίτι γεμίζει ξανά με μια σχεδόν συνηθισμένη οικογενειακή εικόνα. Κι όμως, η ίδια επιστρέφει ξανά στις εικόνες του πλοίου. «Το πιο δύσκολο ήταν ότι δεν ξέραμε πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Δεν είχαμε επικοινωνία ούτε με οικογένεια ούτε με ελληνικές Αρχές. Ημασταν άνθρωποι εξαφανισμένοι μέσα σε ένα πλοίο – φυλακή».
Παρά τη βία, όμως, εκείνο που θυμάται περισσότερο είναι η αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η φωνή της αλλάζει για πρώτη φορά όταν μιλά γι’ αυτό. Γίνεται πιο ζεστή. Πιο ανθρώπινη. «Οι γιατροί της αποστολής έστησαν ένα μικρό αυτοσχέδιο νοσοκομείο μέσα στο πλοίο. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Μοιραζόμασταν νερό, δίναμε κουράγιο στους πιο τραυματισμένους, προσπαθούσαμε να κρατηθούμε ψύχραιμοι».
Τη ρωτώ αν φοβήθηκε πραγματικά. Η Χριστίνη δεν το σκέφτεται καν πριν απαντήσει. «Ναι. Ειδικά στο πλοίο – φυλακή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν υπάρχει πια. Δεν ξέραμε τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή». Σκύβει για λίγο το κεφάλι και ακουμπά ασυναίσθητα το τραυματισμένο της πόδι.
Σταματά και κοιτάζει για λίγο έξω από το παράθυρο. «Προσπαθούσαν να μας απανθρωποποιήσουν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Ακόμη κι ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα στον ώμο, το να πεις στον άλλο “λίγο έμεινε, θα βγούμε”, είχε τεράστια σημασία». Η ίδια πιστεύει ότι στόχος της βίας ήταν ξεκάθαρα ο εκφοβισμός. «Ηθελαν να δείξουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οτι μπορούν να κάνουν ρεσάλτο οπουδήποτε στη Μεσόγειο και να σε διαλύσουν για να μην το ξανατολμήσεις», λέει με σιγουριά, ενώ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει δολοφονικό το κράτος του Ισραήλ.
Μιλά και για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης με εμφανή πικρία. «Θεωρούμε ότι επί τρεις μέρες υπήρχαν Έλληνες πολίτες που είχαν απαχθεί και βασανίζονταν και δεν υπήρξε ουσιαστική προστασία». Παρά την εξάντληση, μιλά συνεχώς για τη Γάζα. Για το ότι «δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε». Για το ότι «ο παλαιστινιακός λαός είναι φάρος αντίστασης». Για το ότι «μπορεί να χάνεις μια μάχη αλλά συνεχίζεις».
Η μητέρα της επιστρέφει με λίγες ακόμη πατάτες στο πιάτο της. «Φάε επιτέλους», της λέει γελώντας. Η Χριστίνη γελά κι εκείνη, για πρώτη φορά πραγματικά δυνατά.
Τη ρωτώ αν, μετά από όλα αυτά, θα συμμετείχε ξανά σε μια αντίστοιχη αποστολή. Σιωπά για λίγο. «Θέλω λίγο χρόνο να αναρρώσω», λέει τελικά. «Αλλά ναι. Θα το ξαναέκανα. Γιατί αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει».
Από την Έντυπη Έκδοση ΤΑ ΝΕΑ – Πρόσωπα & Ιστορίες