Νέα Σμύρνη 1997: Η δολοφονία του αρχιμανδρίτη Άνθιμου από την ερωμένη του, Κάτια Γιαννακοπούλου

Νέα Σμύρνη 1997: Η δολοφονία του αρχιμανδρίτη Άνθιμου από την ερωμένη του, Κάτια Γιαννακοπούλου

Η υπόθεση, που συνδύαζε έρωτα, εμμονή, θρησκευτικό παρασκήνιο και ένα προμελετημένο έγκλημα, μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας.

Η Κάτια Γιαννακοπούλου ήταν μια γυναίκα της διπλανής πόρτας. Ζούσε στην Καλλιθέα με τον σύζυγο και τον γιο της και εργαζόταν ως πλασιέ σε είδη δώρου. Κάποια στιγμή το 1989 ένιωσε την ανάγκη να βρει ψυχολογική υποστήριξη. Αντί όμως να απευθυνθεί σε ειδικό, ακολούθησε τη συμβουλή μιας φίλης και αναζήτησε βοήθεια στην εκκλησία της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο.

Εκεί λειτουργούσε ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος, του οποίου τα λόγια γοήτευσαν τη 34χρονη γυναίκα. Μια εξομολόγηση δεν της ήταν αρκετή. Όσο περνούσε ο καιρός, πήγαινε όλο και πιο συχνά στις λειτουργίες, τον συναντούσε και του άνοιγε την καρδιά της. «Με τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο», θα πει αργότερα. Αρχικά, η σχέση τους δεν ξεπερνούσε τα όρια της πνευματικής επαφής. Αυτό όμως άλλαξε την ημέρα που ο αρχιμανδρίτης την κάλεσε στο σπίτι του.

«Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα», θα θυμηθεί χρόνια μετά η ίδια. Την επομένη, η Κάτια τον συνάντησε ξανά και, σαν να μιλούσε σε κάποιον άσχετο με όσα είχαν συμβεί, του εξομολογήθηκε ότι φίλησε κάποιον ενώ ήταν παντρεμένη. Εκείνος της απάντησε καθησυχαστικά: «Είμαστε άνθρωποι και ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες». Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους.

Η Γιαννακοπούλου τον αγάπησε βαθιά. Κρυφά από τον σύζυγό της, έφτασε στο σημείο να σηκώνει μεγάλα ποσά από τον κοινό τους λογαριασμό για να τον βοηθήσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ο αρχιμανδρίτης της είπε πως είδε στον ύπνο του την Παναγία να του ζητά να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα δαπανηρό εκκλησιαστικό έργο, εκείνη δεν δίστασε να του δώσει τα χρήματα που χρειαζόταν. Όπως η ίδια υποστηρίζει, στη διάρκεια της σχέσης τους το συνολικό ποσό που του προσέφερε ξεπέρασε τα 27 εκατομμύρια δραχμές. Από την πλευρά του, θέλοντας να αποδείξει την αφοσίωσή του, ο Άνθιμος της έγραψε μια επιστολή δηλώνοντας ότι επιθυμούσε, μετά τον θάνατό του, το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη να περάσει στα χέρια της.

Το 1994 ο αρχιμανδρίτης απομακρύνεται από την εκκλησία του Παλαιού Φαλήρου για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί και προς το τέλος της χρονιάς μετατίθεται στο Λονδίνο. Παρ’ όλα αυτά, η Κάτια Γιαννακοπούλου συνεχίζει να τον επισκέπτεται κρυφά, πετώντας ακόμη και αυθημερόν ώστε η οικογένειά της να μην αντιληφθεί τίποτα. Εκείνος όμως έχει πια απομακρυνθεί συναισθηματικά και σταδιακά αποκόβει τη σχέση τους.

Η Γιαννακοπούλου δεν μπορεί να αποδεχτεί την αλλαγή στη στάση του. Άλλοτε τον ικετεύει και άλλοτε τον απειλεί.

Φτάνει μάλιστα στο σημείο να καταγράφει τις ολοένα και πιο σπάνιες ερωτικές τους επαφές, πιστεύοντας πως έτσι θα έχει μέσο πίεσης απέναντί του. Παρ’ όλα αυτά, ο Άνθιμος παραμένει αδιάλλακτος. Τον Σεπτέμβριο του 1996 ταξιδεύει από το Λονδίνο στην Αθήνα για να ψηφίσει χωρίς καν να την ειδοποιήσει. Όταν εκείνη το μάθει, καταρρέει.

Ύστερα από επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας, τηλέφωνα, πιέσεις και εκβιασμούς, συναντιούνται τελικά στις 7 Μαρτίου 1997 στο σπίτι του αρχιμανδρίτη στη Νέα Σμύρνη. Η ένταση ανεβαίνει, καβγαδίζουν, έρχονται στα χέρια και η Γιαννακοπούλου τον τραυματίζει ελαφρά στον λαιμό με ένα μαχαίρι. Από εκείνη τη στιγμή ο 59χρονος κόβει οριστικά κάθε επαφή. Σύμφωνα με την ίδια, όποτε προσπαθούσε να του τηλεφωνήσει, εκείνος έκανε πως δεν αναγνώριζε καν ποια ήταν.

Τον Ιούνιο του 1997, κυριευμένη από εμμονή και οργή, παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει. Από έναν ομογενή στην Ομόνοια αγοράζει ένα όπλο έναντι 480.000 δραχμών. Τον Ιούλιο, όταν ενημερώνεται τηλεφωνικά από την εκκλησία του Λονδίνου ότι ο Άνθιμος βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρεί πως έχει έρθει η στιγμή να υλοποιήσει το σχέδιό της.

Ύστερα από ακόμη μία σειρά επίμονων τηλεφωνημάτων και πιέσεων, αποσπά από εκείνον μια αόριστη υπόσχεση πως κάποια στιγμή θα συναντηθούν. Παρ’ όλα αυτά, πηγαίνει απρόσκλητη στο σπίτι του και χτυπάει το κουδούνι. Εκείνος αντιδρά έντονα, της μιλάει προσβλητικά και της λέει: «Δεν ντρέπεσαι; Πήγαινε στον άντρα σου και το παιδί σου», απειλώντας ταυτόχρονα ότι θα καλέσει την αστυνομία.

Το επόμενο πρωί η Γιαννακοπούλου τον περιμένει έξω από το σπίτι. Τον πλησιάζει, προσπαθεί για μια τελευταία φορά να του μιλήσει, όμως εκείνος της γυρίζει την πλάτη. Εκείνη τότε τραβάει το περίστροφο από την τσάντα της και πυροβολεί. Οι δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο κεφάλι.

Αμέσως μετά τη δολοφονία, η 42χρονη επιβιβάζεται στο μπλε Suzuki του κουνιάδου της και φεύγει τρέχοντας από το σημείο. Υπάλληλοι συνεργείου που βρισκόταν στο σημείο προλαβαίνουν να σημειώσουν τον αριθμό

κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, στοιχείο που θα αποδειχθεί κρίσιμο για την αστυνομία. Η ίδια εγκαταλείπει το όχημα κοντά στα νεκροταφεία Παλαιού Φαλήρου και Νέας Σμύρνης, πετάει το όπλο και τις σφαίρες σε διαφορετικούς κάδους και στη συνέχεια παίρνει ταξί για την Ομόνοια.

Σε κατάσταση σύγχυσης, παίρνει ένα ποδήλατο και περιπλανιέται όλη μέρα στους δρόμους της Αθήνας. Το βράδυ βρίσκει καταφύγιο σε μια οικοδομή στην Καλλιθέα. Τη δεύτερη ημέρα συνεχίζει να κινείται άσκοπα, φτάνοντας στο Αιγάλεω και περνώντας τη νύχτα σε ένα πάρκο στην Ελευσίνα. Την τρίτη μέρα πλέον θα σταματήσει να κρύβεται. Φόρεσε την ξανθιά περούκα που της είχε πάρει δώρο ο αρχιμανδρίτης και ενώ περιφέρεται ακόμη με το ποδήλατο, σταματάει έξω από την Ιερά Μονή της Παναγίας της Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα. Περνάει το κατώφλι και αναζητά μια μοναχή για να εξομολογηθεί. Η μοναχή την ακούει και είναι τελικά αυτή που θα καλέσει την αστυνομία.

Η Κάτια Γιαννακοπούλου βρίσκεται πλέον στα χέρια των Αρχών. Η ίδια όμως είναι η μεγαλύτερη τιμωρός του εαυτού της. «Tον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ό,τι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει», δήλωσε ύστερα από δέκα ώρες συνεχούς κατάθεσης στην Aσφάλεια. Συνέχισε λέγοντας: «Mακάρι να μην περάσει καμιά γυναίκα αυτό που πέρασα εγώ. Nα μη βρεθεί στο σημείο να αγαπήσει όπως εγώ, τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τρελά».

Μπροστά στον ανακριτή, τόνισε ξανά το ίδιο συναίσθημα: «Ο μεγαλύτερος τιμωρός, ο πιο αυστηρός εισαγγελέας είναι ο εαυτός μου», προσθέτοντας πως «Αναρωτιέμαι μόνο ποια τιμωρία σκληρότερη μπορεί να μου επιβάλλει η δικαιοσύνη από αυτήν που επέβαλα εγώ στον εαυτό μου σκοτώνοντας με τα ίδια μου τα χέρια τον επίγειο θεό μου».

Ακόμη και η πρώτη της φράση όταν μπήκε στο ανακριτικό γραφείο κινήθηκε στο ίδιο δραματικό ύφος: «Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς θα το είχα ήδη κάνει».

Η δίκη της σε πρώτο βαθμό πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1998, με τον σύζυγο και τον 18χρονο γιο της να βρίσκονται διαρκώς στο πλευρό της. Το δικαστήριο αναγνώρισε ως ελαφρυντικά τον μέχρι τότε έντιμο βίο της, αλλά και την «ανάρμοστη συμπεριφορά» του αρχιμανδρίτη. Τελικά, της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 20 ετών.

«Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο κι αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι κι αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι».

Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2001 η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε ομόφωνα σε ισόβια κάθειρξη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να της αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Οι δικαστές έκριναν ότι επρόκειτο για μια πράξη που τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με κίνητρο τον εγωισμό.

Έξι χρόνια μετά την ομολογία της, στις 5 Αυγούστου του 2013, το Συμβούλιο Εφετών Θήβας έκανε δεκτή την αίτησή της, τότε 58 ετών, και της έδωσε το δικαίωμα να αποφυλακιστεί από τις φυλακές Ελαιώνα.

Η υπόθεση της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του αρχιμανδρίτη Άνθιμου Ελευθεριάδη μεταφέρθηκε το 2000 στην τηλεόραση, μέσα από επεισόδιο της σειράς Κόκκινος Κύκλος, με πρωταγωνιστές τον Μηνά Χατζησάββα και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Η Νεοσμυρνιώτισσα Χριστίνη Δέση-Λουκά δηλώνει: «Αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει»

Η Νεοσμυρνιώτισσα Χριστίνη Δέση-Λουκά δηλώνει: «Αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει»

Γράφει η ΝΑΤΑΛΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΩΤΗ

Μόλις λίγες ώρες αφότου πήρε εξιτήριο από το «Αττικόν», όπου μεταφέρθηκε μετά την άφιξή της στην Αθήνα και οι γιατροί έκριναν πως έπρεπε να παραμείνει για νοσηλεία κάποιες ημέρες, η Χριστίνη Δέση-Λουκά μάς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της στη Νέα Σμύρνη με αργές κινήσεις. Τα πόδια της είναι ακόμη αδύναμα και κάθε της βήμα δείχνει προσεκτικό, σχεδόν μετρημένο. Στο σαλόνι υπάρχουν ανοιχτές τσάντες, χαρτιά από το νοσοκομείο, φορτιστές και μερικά ρούχα που δεν έχει προλάβει ακόμη να τακτοποιήσει.

Παρότι ακόμη προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις εικόνες από την κράτηση, μιλάει για όσα έζησε σαν να ήταν ένα σκοτεινό όνειρο που τελείωσε απότομα. Δεν δείχνει διατεθειμένη να λυγίσει. Αντίθετα, μοιάζει πιο αποφασισμένη από ποτέ να μιλήσει δημόσια για όσα βίωσε. «Αυτό που έγινε με πεισμώνει ακόμη περισσότερο», λέει. «Για να μάθει ο κόσμος τι σημαίνει Ισραήλ και τι συμβαίνει πραγματικά εκεί. Γιατί αν αυτά μπορούν να τα κάνουν σε εμάς, που ήμασταν μέλη μιας διεθνούς αποστολής, τότε τι μπορεί να περνούν καθημερινά οι Παλαιστίνιοι;».

Με αυτή τη σκέψη προσπαθεί τώρα σιγά σιγά να επιστρέψει στην καθημερινότητά της και να οργανώσει τα επόμενα βήματά της. Στο μεταξύ, από την κουζίνα έρχεται η μυρωδιά από κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Η μητέρα της κινείται ήσυχα στο σπίτι, στρώνει το τραπέζι, γεμίζει ποτήρια με νερό και κάθε τόσο κοιτάζει την κόρη της με εκείνο το βλέμμα της ανακούφισης που έρχεται μόνο όταν ένας άνθρωπος επιστρέφει ζωντανός και καλά. «Φάε λίγο, έχεις μέρες να φας κανονικά», της λέει χαμηλόφωνα. Η Χριστίνη γελά κουρασμένα. «Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο κανονικό φαγητό μετά από πολύ καιρό…».

Το κινητό της δονείται συνεχώς. Μηνύματα από φίλους, συναγωνιστές, ανθρώπους που έμαθαν τι συνέβη και θέλουν να ρωτήσουν αν είναι καλά. Εκείνη προσπαθεί να απαντήσει σε όλους, αλλά γρήγορα το αφήνει στην άκρη. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη ότι γύρισα», λέει.

Η κουβέντα επιστρέφει σχεδόν αμέσως στη Γάζα. Στην αποστολή του Global Sumud Flotilla. Στο ταξίδι που ξεκίνησε ως μια πράξη αλληλεγγύης και κατέληξε – όπως περιγράφει – σε μια εμπειρία εξευτελισμού, βίας και απόλυτης αβεβαιότητας.

«Για μένα αυτή η ιστορία δεν ξεκίνησε τώρα. Το Παλαιστινιακό ήταν κάτι που με απασχολούσε από τα φοιτητικά μου χρόνια. Παρακολουθούσα από πολύ μικρή τις αποστολές αλληλεγγύης, τις εικόνες από τη Γάζα, τις επιθέσεις, τον αποκλεισμό. Με είχε αγγίξει πολύ το πώς ένας λαός συνεχίζει να αντιστέκεται μέσα σε τόσο ακραίες συνθήκες». Μετά το 2023, αισθανόταν όλο και πιο έντονα ότι δεν μπορεί να μένει απλώς θεατής. «Αρχισα να σκέφτομαι πολύ ενεργά πώς μπορώ να βοηθήσω κι εγώ. Πώς μπορώ να κάνω κάτι πιο ουσιαστικό από το να βλέπω ειδήσεις ή να ανεβάζω πράγματα στα social media».

Η απόφαση για τη συμμετοχή της στον Στολίσκο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επρεπε να πάρει άδεια από τη δουλειά της, να οργανώσει τα πάντα μήνες πριν. «Αλλά όταν άνοιξε ξανά η δυνατότητα συμμετοχής, είπα ότι αυτή τη φορά πρέπει να πάω».

Σηκώνει για λίγο το πιρούνι της, αλλά γρήγορα το αφήνει ξανά κάτω. Μιλάει ήρεμα, χωρίς υπερβολές, όμως σχεδόν κάθε πρόταση μοιάζει να κουβαλά εικόνες που ακόμη προσπαθεί να επεξεργαστεί. Οταν τη ρωτώ γιατί αποφάσισε να συμμετάσχει σε αυτή την αποστολή, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Θέλαμε να εκφράσουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας στους Παλαιστινίους, σε έναν λαό που έρχεται αντιμέτωπος με μια γενοκτονία. Να σπάσουμε τον ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρουμε ανθρωπιστική βοήθεια. Αλλά κυρίως να μην μπορεί κανείς να πει ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί».

Οταν ξεκίνησαν το ταξίδι, όλοι γνώριζαν ότι υπήρχε πιθανότητα επέμβασης. Οι προηγούμενες αποστολές το είχαν δείξει ξεκάθαρα. «Ξέραμε ότι μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με βία. Αλλά όχι αυτό. Σε καμία περίπτωση αυτό».

Θυμάται ακόμη τη στιγμή που πλησίασαν τα φουσκωτά. Τις φωνές από τα μεγάφωνα. Τις εντολές να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να πάνε στην πλώρη. «Η αποστολή ήταν απολύτως ειρηνική. Δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Σηκώσαμε τα χέρια και ακολουθήσαμε όλες τις οδηγίες».

Κι όμως, λίγη ώρα αργότερα, όπως λέει, άρχισε κάτι που ακόμη δυσκολεύεται να περιγράψει. «Από τη στιγμή που πατούσες το πόδι σου στο πλοίο – φυλακή καταλάβαινες ότι δεν είσαι πια άνθρωπος. Σου έπαιρναν το διαβατήριο, σου έδιναν έναν αριθμό και τελείωσε. Δεν ήξερες πού βρίσκεσαι, δεν ήξερες αν υπάρχει κάποιος που ξέρει τι συμβαίνει σε σένα, αν υπάρχει δικηγόρος, αν υπάρχει οποιαδήποτε προστασία».

Η φωνή της χαμηλώνει όταν περιγράφει το κοντέινερ μέσα από το οποίο περνούσαν όλοι πριν μπουν στον χώρο κράτησης. «Εκεί ξεκινούσαν τα πρώτα βασανιστήρια. Μπουνιές, χτυπήματα, ηλεκτροσόκ με taser, χτυπήματα με όπλα. Ηταν οργανωμένο. Δεν ήταν κάτι τυχαίο».

Σταματά για λίγο και κοιτάζει το πιάτο της χωρίς να μιλά. Η μητέρα της παρατηρεί από την κουζίνα, αλλά δεν τη διακόπτει. «Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερες ποιο είναι το όριο. Δεν ήξερες αν αυτό που συμβαίνει θα μείνει εκεί ή αν μπορεί ξαφνικά να γίνει κάτι πολύ πιο ακραίο».

Οι περιγραφές της για τις συνθήκες κράτησης προκαλούν αίσθημα ασφυξίας. «Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου νερό. Τη δεύτερη μέρα δεν νομίζω ότι ήπια ούτε μισό μπουκαλάκι. Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, δεν υπήρχε χαρτί τουαλέτας, δεν υπήρχε φαγητό». Θυμάται παγωμένα κομμάτια ψωμιού πεταμένα στο πάτωμα, ανθρώπους στριμωγμένους σε κοντέινερ, χημικές τουαλέτες που είχαν σταματήσει να λειτουργούν και νύχτες χωρίς ύπνο. «Χτυπούσαν τα κοντέινερ μέσα στη νύχτα, άναβαν φώτα, έβαζαν θορύβους για να μη μας αφήνουν να κοιμηθούμε. Υπήρχε διαρκώς ένα όπλο πάνω από το κεφάλι σου».

Η ίδια τραυματίστηκε λόγω της πολύωρης ακινησίας και της βίας που – όπως λέει – ακολούθησε. «Είχα πάθει νευροπάθεια. Δεν μπορούσα να κουνήσω καλά τα πόδια μου. Επειδή πήγαινα αργά, με έριχναν κάτω και με χτυπούσαν στο ήδη τραυματισμένο πόδι. Με πατούσαν με αρβύλες πάνω στο διάστρεμμα».

Οι γιατροί στο «Αττικόν» τής εξήγησαν αργότερα ότι θα χρειαστούν εβδομάδες για να επανέλθει πλήρως η κινητικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια επιμένει ότι ο δικός της τραυματισμός «είναι το λιγότερο». «Υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα». Και επαναλαμβάνει «ότι όντως είναι μικρό σε σχέση με τους 9.500 Παλαιστίνιους που είναι τώρα στη φυλακή (…) Πραγματικά ο δικός μου είναι ένα τίποτα μπρος σε αυτό που έχουν περάσει και περνούν αυτοί οι άνθρωποι». Θα επαναλάβει δε πολλές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας ότι «υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα».

Σκύβει για λίγο και τρίβει το γόνατό της. «Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν ήταν να σε κάνουν να φοβηθείς. Να σε εξευτελίσουν. Να νιώσεις ότι δεν έχεις καμία αξία». Περιγράφει συνεχή λεκτική και σεξιστική κακοποίηση προς τις γυναίκες της αποστολής. «Μας φώναζαν “ομορφούλες”, “ασχημούλες”, μας τραβούσαν από τα μαλλιά, μας άγγιζαν, μας έκαναν χυδαία σχόλια. Υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια εξευτελισμού».

Κάποια στιγμή η μητέρα της τη διακόπτει απαλά. «Φτάνει λίγο τώρα», της λέει. «Πρέπει να ξεκουραστείς». Η Χριστίνη χαμογελά σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν τρυφερά. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σπίτι γεμίζει ξανά με μια σχεδόν συνηθισμένη οικογενειακή εικόνα. Κι όμως, η ίδια επιστρέφει ξανά στις εικόνες του πλοίου. «Το πιο δύσκολο ήταν ότι δεν ξέραμε πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Δεν είχαμε επικοινωνία ούτε με οικογένεια ούτε με ελληνικές Αρχές. Ημασταν άνθρωποι εξαφανισμένοι μέσα σε ένα πλοίο – φυλακή».

Παρά τη βία, όμως, εκείνο που θυμάται περισσότερο είναι η αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η φωνή της αλλάζει για πρώτη φορά όταν μιλά γι’ αυτό. Γίνεται πιο ζεστή. Πιο ανθρώπινη. «Οι γιατροί της αποστολής έστησαν ένα μικρό αυτοσχέδιο νοσοκομείο μέσα στο πλοίο. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Μοιραζόμασταν νερό, δίναμε κουράγιο στους πιο τραυματισμένους, προσπαθούσαμε να κρατηθούμε ψύχραιμοι».

Τη ρωτώ αν φοβήθηκε πραγματικά. Η Χριστίνη δεν το σκέφτεται καν πριν απαντήσει. «Ναι. Ειδικά στο πλοίο – φυλακή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν υπάρχει πια. Δεν ξέραμε τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή». Σκύβει για λίγο το κεφάλι και ακουμπά ασυναίσθητα το τραυματισμένο της πόδι.

Σταματά και κοιτάζει για λίγο έξω από το παράθυρο. «Προσπαθούσαν να μας απανθρωποποιήσουν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Ακόμη κι ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα στον ώμο, το να πεις στον άλλο “λίγο έμεινε, θα βγούμε”, είχε τεράστια σημασία». Η ίδια πιστεύει ότι στόχος της βίας ήταν ξεκάθαρα ο εκφοβισμός. «Ηθελαν να δείξουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οτι μπορούν να κάνουν ρεσάλτο οπουδήποτε στη Μεσόγειο και να σε διαλύσουν για να μην το ξανατολμήσεις», λέει με σιγουριά, ενώ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει δολοφονικό το κράτος του Ισραήλ.

Μιλά και για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης με εμφανή πικρία. «Θεωρούμε ότι επί τρεις μέρες υπήρχαν Έλληνες πολίτες που είχαν απαχθεί και βασανίζονταν και δεν υπήρξε ουσιαστική προστασία». Παρά την εξάντληση, μιλά συνεχώς για τη Γάζα. Για το ότι «δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε». Για το ότι «ο παλαιστινιακός λαός είναι φάρος αντίστασης». Για το ότι «μπορεί να χάνεις μια μάχη αλλά συνεχίζεις».

Η μητέρα της επιστρέφει με λίγες ακόμη πατάτες στο πιάτο της. «Φάε επιτέλους», της λέει γελώντας. Η Χριστίνη γελά κι εκείνη, για πρώτη φορά πραγματικά δυνατά.

Τη ρωτώ αν, μετά από όλα αυτά, θα συμμετείχε ξανά σε μια αντίστοιχη αποστολή. Σιωπά για λίγο. «Θέλω λίγο χρόνο να αναρρώσω», λέει τελικά. «Αλλά ναι. Θα το ξαναέκανα. Γιατί αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει».

Από την Έντυπη Έκδοση ΤΑ ΝΕΑ – Πρόσωπα & Ιστορίες

Εκδήλωση μνήμης και τιμής για την 85η επέτειο της Μάχης της Κρήτης στο Άλσος Νέας Σμύρνης

Εκδήλωση μνήμης και τιμής για την 85η επέτειο της Μάχης της Κρήτης στο Άλσος Νέας Σμύρνης

Μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη, την ιστορία και την κρητική παράδοση φιλοξενήθηκε στο Άλσος Νέας Σμύρνης, όπου η Ένωση Κρητών Νέας Σμύρνης, σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο, τίμησε την 85η επέτειο της ιστορικής Μάχης της Κρήτης.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμούς από τον πρόεδρο της Ένωσης Κρητών Νέας Σμύρνης, Ευτύχιο Πρασσάκη, και τον δήμαρχο Νέας Σμύρνης, Γιώργο Κουτελάκη. Ακολούθησε προσκλητήριο νεκρών και τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη όλων όσοι αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την πατρίδα κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης.

Ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή της βραδιάς αποτέλεσε το μουσικό αφιέρωμα στον Κώστα Μουντάκη, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της κρητικής μουσικής παράδοσης. Το αφιέρωμα είχε έντονο συγκινησιακό χαρακτήρα, καθώς το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου λυράρη.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης πραγματοποιήθηκαν επίσης τιμητικές βραβεύσεις προς δασκάλους και χοροδιδασκάλους της Ένωσης, ως αναγνώριση της προσφοράς τους στη διατήρηση και διάδοση της κρητικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η Ένωση Κρητών Νέας Σμύρνης ευχαρίστησε δημόσια τον Δήμαρχο και τη Δημοτική Αρχή για τη συνεργασία και τη στήριξη στη διοργάνωση της επετειακής εκδήλωσης, η οποία συγκέντρωσε κατοίκους και φίλους της κρητικής παράδοσης, τιμώντας μια από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Betsson και Πανιώνιος συνεχίζουν μαζί και φέρνουν στη Νέα Σμύρνη διεθνές τουρνουά βόλεϊ με κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης

Betsson και Πανιώνιος συνεχίζουν μαζί και φέρνουν στη Νέα Σμύρνη διεθνές τουρνουά βόλεϊ με κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης

Σε ιδιαίτερα θερμό κλίμα πραγματοποιήθηκε στο Κλειστό Γυμναστήριο «Ανδρέας Βαρίκας» η εκδήλωση απολογισμού της αγωνιστικής περιόδου 2025-2026 για τα τμήματα βόλεϊ ανδρών και γυναικών του Πανιωνίου, παρουσία εκπροσώπων της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της αθλητικής κοινότητας, χορηγών και φίλων του συλλόγου.

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς επιβεβαιώθηκε η συνέχιση και επέκταση της συνεργασίας του συλλόγου με τη Betsson, η οποία από τη νέα σεζόν θα αποτελεί ονοματοδότη χορηγό τόσο της γυναικείας όσο και της ανδρικής ομάδας βόλεϊ του Ιστορικού.

Η ανακοίνωση σηματοδοτεί μια νέα φάση για το τμήμα βόλεϊ του Πανιωνίου, με τον σύλλογο να ενισχύει ακόμη περισσότερο την παρουσία του σε αγωνιστικό και οργανωτικό επίπεδο, μετά και την ιστορική σεζόν που ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση του πρώτου Κυπέλλου και του Super Cup στο βόλεϊ γυναικών.

Στην ίδια εκδήλωση παρουσιάστηκαν τα ρόστερ των ομάδων για τη νέα αγωνιστική περίοδο, οι νέες εμφανίσεις για τη σεζόν 2026-2027, καθώς και η νέα συλλογή «1890», που θα διατεθεί στους φίλους του συλλόγου.

Ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα είχε και η ανακοίνωση του μεγάλου διεθνούς τουρνουά «Πανιώνιος Betsson – Κωνσταντίνος Καρέλιας», που θα διεξαχθεί από 29 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου στο Κλειστό «Ανδρέας Βαρίκας».

Η διοργάνωση αναμένεται να στρέψει τα βλέμματα της ευρωπαϊκής πετοσφαίρισης στη Νέα Σμύρνη, καθώς θα συμμετάσχουν η κάτοχος του φετινού CEV Champions League Βακίφμπανκ, η νικήτρια του CEV Cup Γαλατασαράι, ο Ολυμπιακός και ο οικοδεσπότης Πανιώνιος Betsson.

Με τη φιλοξενία συλλόγων αυτού του επιπέδου, η Νέα Σμύρνη ετοιμάζεται να υποδεχθεί μία από τις σημαντικότερες διοργανώσεις βόλεϊ γυναικών που έχουν πραγματοποιηθεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που αναπτύσσει ο Πανιώνιος εντός και εκτός συνόρων.

Η επέκταση της συνεργασίας με τη Betsson και η διοργάνωση του διεθνούς τουρνουά αποτελούν δύο ακόμη βήματα στην προσπάθεια του συλλόγου να επενδύσει στην ανάπτυξη του βόλεϊ και να ενισχύσει τη διεθνή παρουσία του, με επίκεντρο τη Νέα Σμύρνη.

Νέα επιγραφή στην Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου «Χαράλαμπος Μπεχλιβανίδης» στη Νέα Σμύρνη

Νέα επιγραφή στην Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου «Χαράλαμπος Μπεχλιβανίδης» στη Νέα Σμύρνη

Η πρωτοβουλία ανήκει στον δήμαρχο Νέας Σμύρνης Γιώργο Κουτελάκη και στον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Γιώργο Καρούμπα, οι οποίοι προχώρησαν στην υλοποίηση μιας απόφασης που είχε ληφθεί ομόφωνα ήδη από το 2016, αλλά παρέμενε μέχρι σήμερα σε εκκρεμότητα.

Η ονοματοδοσία της αίθουσας είχε αποφασιστεί μετά την αναγγελία της εκδημίας του αείμνηστου δημάρχου Μπάμπη Μπεχλιβανίδη, ως ελάχιστος φόρος τιμής στην προσφορά και τη διαδρομή του στην πόλη. Με τη νέα επιγραφή, η απόφαση αυτή αποκτά πλέον και φυσική παρουσία στον χώρο όπου επί δεκαετίες λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις για τη Νέα Σμύρνη.

Ο Μπάμπης Μπεχλιβανίδης υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αυτοδιοικητικές προσωπικότητες της Νέας Σμύρνης. Εκλέχτηκε για πρώτη φορά δημοτικός σύμβουλος το 1959 και στη συνέχεια διετέλεσε δήμαρχος της πόλης για 20 χρόνια, από το 1975 έως το 1994, ως ο πρώτος εκλεγμένος δήμαρχος της Μεταπολίτευσης.

Το όνομά του έχει συνδεθεί με κομβικά έργα και παρεμβάσεις που σημάδεψαν την εξέλιξη της πόλης. Κατά τη θητεία του αναπτύχθηκε οργανωμένο σύστημα καθαριότητας, επεκτάθηκε ο δημόσιος φωτισμός σε όλες τις γειτονιές της Νέας Σμύρνης, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών στην τοπική αυτοδιοίκηση, μέσα από τα Συνοικιακά Συμβούλια και τις Λαϊκές Συνελεύσεις.

Παράλληλα, υπήρξε αγωνιστής της Δημοκρατίας, με δράση που τον έφερε αντιμέτωπο με τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, η οποία τον καταδίωξε και τον φυλάκισε.

Η Νέα Σμύρνη είχε ήδη αναγνωρίσει την προσφορά του το 2009, όταν τον ανακήρυξε επίτιμο δημότη. Η τοποθέτηση της νέας επιγραφής στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου έρχεται να υπενθυμίσει τη διαχρονική παρουσία και συμβολή του στην ιστορία της πόλης.

Σε μια πόλη με ισχυρή ιστορική μνήμη όπως η Νέα Σμύρνη, τέτοιες κινήσεις λειτουργούν ως σύνδεσμος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη ανθρώπων που άφησαν το αποτύπωμά τους στην τοπική κοινωνία.

Νέα Σμύρνη: Τεράστια θλίψη για την Γωγώ Μαστροκώστα — Το σπαρακτικό «αντίο» του Τραϊανού Δέλλα και οι μνήμες στην πόλη μας

Νέα Σμύρνη: Τεράστια θλίψη για την Γωγώ Μαστροκώστα — Το σπαρακτικό «αντίο» του Τραϊανού Δέλλα και οι μνήμες στην πόλη μας

Ανείπωτος πόνος και θλίψη επικρατεί στον καλλιτεχνικό και αθλητικό κόσμο, αλλά και στη γειτονιά της Νέας Σμύρνης, μετά την είδηση ότι η Γωγώ Μαστροκώστα έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 55 ετών.

Με ένα συγκινητικό δημόσιο μήνυμα, ο στενός της φίλος, δημοσιογράφος Νίκος Γεωργιάδης, θυμήθηκε τις όμορφες, καθημερινές στιγμές που μοιράζονταν στο φιλόξενο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη.

Ο σύντροφος της ζωής της, παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής, Τραϊανός Δέλλας, με μία ανάρτηση που ραγίζει καρδιές, αποχαιρέτησε τη γυναίκα με την οποία συμπορεύτηκε για περισσότερα από 20 χρόνια, με λόγια γεμάτα βαθιά αγάπη και ευγνωμοσύνη:

«Ευχαριστώ τον Θεό που μου χάρισε έναν από τους αγγέλους του για να με συντροφεύει όλα αυτά τα χρόνια και να με κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά τον ήθελε πίσω νωρίς, σε αυτό μόνο ήμουν άτυχος… Καλό ταξίδι αγάπη μου!»

Η σχέση της Γωγώς Μαστροκώστα και του Τραϊανού Δέλλα υπήρξε μια από τις πιο σταθερές και αξιοζήλευτες στον χώρο της ελληνικής showbiz.

Όπως είχε εξομολογηθεί η ίδια σε συνέντευξή της, η αρχή δεν ήταν η «ιδανική», καθώς ο επιβλητικός χαρακτήρας και το ύψος του Τραϊανού τής είχαν φανεί αρχικά «εκφοβιστικά». Ωστόσο, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Στις 28 Μαΐου 2010, το ζευγάρι ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου και την ίδια ημέρα βάφτισε την κόρη του, Βικτώρια, σε μια τελετή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η Γωγώ θυμόταν πάντα με χιούμορ και τρυφερότητα τη στιγμή που, ενώ ήταν έγκυος, «απείλησε» χαριτολογώντας τον Τραϊανό ότι η κόρη τους θα έπαιρνε το δικό της επίθετο, με εκείνον να της προσφέρει τελικά το δαχτυλίδι λίγες μέρες μετά σε ένα ξενοδοχείο.

Για τους κατοίκους της Νέας Σμύρνης, η Γωγώ Μαστροκώστα δεν ήταν απλώς ένα λαμπερό πρόσωπο της τηλεόρασης. Ήταν η ευγενική γειτόνισσα, η δοτική φίλη, η προστατευτική μητέρα και η γυναίκα που δεν έχανε ποτέ το φωτεινό της χαμόγελο.

Η πόλη μας και η εφημερίδα μας συμμετέχει στο πένθος της οικογένειάς της και της εύχεται «καλό ταξίδι στο φως».