Ένας χρόνος από τον θάνατο της Γαρυφαλλιάς Παναγιωτοπούλου – Η υπόθεση που συγκλόνισε τη Νέα Σμύρνη

Ένας χρόνος από τον θάνατο της Γαρυφαλλιάς Παναγιωτοπούλου – Η υπόθεση που συγκλόνισε τη Νέα Σμύρνη

Ένας χρόνος συμπληρώνεται στις 7 Ιουλίου από τον αιφνίδιο θάνατο της ηθοποιού Γαρυφαλλιάς Παναγιωτοπούλου, μιας είδησης που είχε προκαλέσει έντονη συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και στη Νέα Σμύρνη, όπου διέμενε.

Η ηθοποιός είχε εμφανιστεί κανονικά στη θεατρική σκηνή λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό της, συμμετέχοντας στην παράσταση «Black Out the Sequel» στο Άλσος Βεΐκου. Τίποτα δεν προμήνυε την τραγική εξέλιξη που θα ακολουθούσε.

Σύμφωνα με όσα είχαν γίνει γνωστά, η Γαρυφαλλιά Παναγιωτοπούλου αντιμετώπιζε διαβήτη και ακολουθούσε τη φαρμακευτική αγωγή που της είχαν συστήσει οι γιατροί. Λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό της υποβλήθηκε σε οδοντιατρική επέμβαση για την τοποθέτηση εμφυτευμάτων. Μετά την επέμβαση παρουσίασε έντονη αδιαθεσία και εμετούς, ενώ βρισκόταν υπό αντιβιοτική αγωγή.

Η ανησυχία κορυφώθηκε όταν ο γιος της και οι συνεργάτες της δεν κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί της. Έπειτα από παρέμβαση της Αστυνομίας, η Γαρυφαλλιά Παναγιωτοπούλου εντοπίστηκε νεκρή στο διαμέρισμά της στη Νέα Σμύρνη.

Η νεκροψία-νεκροτομή απέδωσε τον θάνατό της σε πνευμονικό οίδημα, δίνοντας τέλος στα ερωτήματα που είχαν δημιουργηθεί γύρω από τον αιφνίδιο χαμό της.

Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η δοκιμασία που βίωσε ο γιος της, ο οποίος βρισκόταν στην Πάρο γιορτάζοντας την επιτυχία του στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Μόλις ενημερώθηκε για όσα είχαν συμβεί, επέστρεψε εσπευσμένα στην Αθήνα.

Η είδηση της απώλειάς της προκάλεσε κύμα συγκίνησης στον καλλιτεχνικό χώρο. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Γιώτης έκανε λόγο για μια σπουδαία ηθοποιό, πολύτιμη συνεργάτιδα, φίλη και αφοσιωμένη μητέρα.

Συγκινητική ήταν και η ανάρτηση της ηθοποιού Γωγώς Αντζολετάκη, η οποία θυμήθηκε τη συνεργασία τους στην παράσταση «Black Out», περιγράφοντας τη Γαρυφαλλιά Παναγιωτοπούλου ως μια γυναίκα που πάλεψε με πολλές δυσκολίες στη ζωή της, ξεχώριζε για την εργατικότητά της και είχε πάντα ένα χαμόγελο για τους ανθρώπους γύρω της.

Έναν χρόνο μετά, η μνήμη της παραμένει ζωντανή για όσους τη γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί της, ενώ η υπόθεση του αιφνίδιου θανάτου της εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση.

Έφυγε από τη ζωή ο Μιχάλης Μόσιος – Ο αξέχαστος «Ταμτάκος» που ζούσε στη Νέα Σμύρνη

Έφυγε από τη ζωή ο Μιχάλης Μόσιος – Ο αξέχαστος «Ταμτάκος» που ζούσε στη Νέα Σμύρνη

Θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου του Μιχάλη Μόσιου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Ο ηθοποιός, που δημιούργησε και ενσάρκωσε τον αξέχαστο «Ταμτάκο», άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στον ελληνικό κινηματογράφο και τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας.

Ο «Ταμτάκος» δεν ήταν απλώς ο πιο γνωστός ρόλος του Μιχάλη Μόσιου. Ήταν ένας χαρακτήρας που ο ίδιος δημιούργησε στο θέατρο και, χάρη στην επιτυχία του, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στις βιντεοταινίες, καθιερώνοντας τον ηθοποιό στη συνείδηση του κοινού. Με τη χαρακτηριστική του εμφάνιση, τον αυθόρμητο λόγο και το ιδιαίτερο λαϊκό χιούμορ του, ο «Ταμτάκος» έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της ελληνικής κωμωδίας.

Ο αγαπημένος ηθοποιός βρέθηκε νεκρός στο εξοχικό του στην Κερατέα, όπου συνήθιζε να περνά τους θερινούς μήνες. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι οικείοι του ανησύχησαν όταν δεν κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί του και ειδοποίησαν τις Αρχές. Αστυνομικοί μετέβησαν στο σπίτι, ενώ γείτονας που διέθετε αντικλείδι άνοιξε την κατοικία. Ο Μιχάλης Μόσιος εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στον χώρο του μπάνιου. Την απώλειά του επιβεβαίωσε με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο γιος του, Γιάννης Μόσιος, γνωστοποιώντας παράλληλα τις λεπτομέρειες της εξοδίου ακολουθίας.

Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στην υποκριτική έγιναν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), όπου από το 1969 έως το 1972 συμμετείχε σε σημαντικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και κλασικού θεάτρου, ερμηνεύοντας έργα κορυφαίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, όπως ο Αριστοφάνης, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Σαίξπηρ και ο Γκαίτε.

Το 1972 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην καλλιτεχνική του πορεία. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία «Αν ήμουν πλούσιος», ενώ ανέβηκε στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, συμμετέχοντας στην παράσταση «Ριχάρδος Γ΄» δίπλα στον Δημήτρη Χορν. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και πρωταγωνιστές της εποχής, συμμετέχοντας σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων, κινηματογραφικών παραγωγών και τηλεοπτικών σειρών.

Η καριέρα του επεκτάθηκε στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και αργότερα στις βιντεοταινίες, με συμμετοχές σε δεκάδες παραγωγές. Αν και υπηρέτησε με συνέπεια την υποκριτική σε διαφορετικά είδη, ο χαρακτήρας του «Ταμτάκου», που δημιούργησε αρχικά για το θέατρο, ήταν εκείνος που τον καθιέρωσε στο ευρύ κοινό και τον μετέτρεψε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής κωμωδίας.

Το 1975, κατά τη διάρκεια της θεατρικής παράστασης «Η Χαρτοπαίχτρα», δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου, γεννήθηκε σχεδόν τυχαία ο χαρακτήρας που θα σημάδευε την καριέρα του Μιχάλη Μόσιου. Ο ηθοποιός υποδυόταν τον γιο της πρωταγωνίστριας, όμως όταν ένας συνάδελφός του δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στη σκηνή, κλήθηκε να καλύψει και τον δεύτερο ρόλο.

Για να μην αντιληφθεί το κοινό ότι επρόκειτο για τον ίδιο ηθοποιό, αυτοσχεδίασε. Φόρεσε μια παλιά τραγιάσκα, άλλαξε ρούχα και περούκα και δημιούργησε επί τόπου μια εντελώς διαφορετική σκηνική φιγούρα. Η αντίδραση των θεατών ήταν άμεση, με το νέο πρόσωπο να κερδίζει το γέλιο και το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Ο ίδιος δεν άφησε τον αυτοσχεδιασμό να μείνει μια στιγμιαία έμπνευση. Στη συνέχεια επεξεργάστηκε τον χαρακτήρα, διαμορφώνοντας σταδιακά την εμφάνιση, τον τρόπο ομιλίας, τις κινήσεις και το ιδιαίτερο λαϊκό χιούμορ του. Έτσι γεννήθηκε ο «Ταμτάκος», ο ρόλος που πέρασε από το θέατρο στον κινηματογράφο και στις βιντεοταινίες, καθιερώνοντας τον Μιχάλη Μόσιο ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής κωμωδίας.

Με μια καλλιτεχνική διαδρομή που ξεπέρασε τις πέντε δεκαετίες, ο Μιχάλης Μόσιος άφησε το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο, κερδίζοντας την εκτίμηση των συναδέλφων του και την αγάπη του κοινού.

Συγκινημένος μίλησε για την απώλειά του ο φίλος και συνάδελφός του, Μάρκος Λεζές, αποκαλύπτοντας πως επικοινωνούσαν σχεδόν κάθε εβδομάδα και περιγράφοντάς τον ως έναν άνθρωπο τίμιο, καλοσυνάτο και ιδιαίτερα ταλαντούχο.

Θερμά λόγια για τον εκλιπόντα εξέφρασε και η Ελένη Φιλίνη, η οποία έκανε λόγο για έναν εξαιρετικό συνεργάτη, έναν ευγενικό άνθρωπο και έναν ηθοποιό με μεγάλη γκάμα, που δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στον ρόλο που τον έκανε διάσημο.

Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Παρασκευή 3 Ιουλίου, στις 11:00, στο Κοιμητήριο του Βύρωνα. Στην ανακοίνωσή της η οικογένεια ζητά, αντί στεφάνων, όσοι το επιθυμούν να ενισχύσουν με δωρεά τη φιλοζωική οργάνωση «Adopt a Paw Today», επισημαίνοντας ότι αυτή θα ήταν η επιθυμία του, καθώς αγαπούσε και φρόντιζε τα ζώα.

Η Νέα Σμύρνη αποχαιρετά έναν αγαπητό κάτοικό της και ο ελληνικός πολιτισμός έναν ηθοποιό που άφησε τη δική του σφραγίδα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο «Ταμτάκος» μπορεί να πέρασε στην ιστορία, όμως ο Μιχάλης Μόσιος θα παραμείνει στη μνήμη του κοινού ως ένας καλλιτέχνης που χάρισε γέλιο και αυθεντικές στιγμές σε ολόκληρες γενιές.

Fake News & Παραπληροφόρηση: Ο Ακήρυχτος Πόλεμος Κατά της Αλήθειας στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης

Όταν το ψέμα ταξιδεύει πιο γρήγορα από την αλήθεια και η προπαγάνδα γίνεται πρωτοσέλιδο. Τα fake news, η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ανάγκη για κριτική σκέψη βρίσκονται στο επίκεντρο της ανάλυσης του Μάριου Παπαευσταθίου.
Η Ιωάννα Καρέλια στο επίκεντρο μιας νέας εποχής για τον Πανιώνιο

Η Ιωάννα Καρέλια στο επίκεντρο μιας νέας εποχής για τον Πανιώνιο

Η αρχηγός της ομάδας δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως η αθλήτρια που οδήγησε τον Πανιώνιο στην κατάκτηση τίτλων. Η εικόνα που αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης έδειξε ότι ο ρόλος της έχει πλέον ευρύτερη διάσταση, καθώς συνδέεται με την αναπτυξιακή πορεία, τις χορηγικές συνεργασίες και τη μελλοντική φυσιογνωμία του συλλόγου.

Ιδιαίτερο συμβολισμό είχε η παρουσία του προέδρου της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Ισίδωρου Κούβελου. Η δημόσια αναφορά του στην προσφορά της Ιωάννας Καρέλια ξεπέρασε τα όρια μιας τυπικής ευχαριστίας και ερμηνεύτηκε από πολλούς ως αναγνώριση της συμβολής της στην ευρύτερη προσπάθεια που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια στη Νέα Σμύρνη.

Παράλληλα, η ανακοίνωση του διεθνούς τουρνουά «Πανιώνιος Betsson – Κωνσταντίνος Καρέλιας» αποτέλεσε μία ακόμη ένδειξη ότι το όνομα Καρέλια αποκτά ολοένα και πιο έντονη παρουσία στον σχεδιασμό και τις δράσεις του συλλόγου. Η συμμετοχή κορυφαίων ευρωπαϊκών ομάδων προσδίδει στο εγχείρημα διεθνή χαρακτήρα και αναβαθμίζει περαιτέρω το προφίλ του Πανιωνίου.

Στη Νέα Σμύρνη αρκετοί θεωρούν ότι η φετινή εκδήλωση δεν αφορούσε μόνο τον απολογισμό μιας επιτυχημένης χρονιάς, αλλά και την παρουσίαση των προσώπων που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στα επόμενα βήματα του συλλόγου. Η εικόνα της Ιωάννας Καρέλια δίπλα σε κορυφαίους θεσμικούς και αθλητικούς παράγοντες ενίσχυσε αυτή την αίσθηση.

Ο Πανιώνιος δείχνει να επενδύει πλέον όχι μόνο στις αγωνιστικές επιτυχίες, αλλά και στη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου συνεργασιών, χορηγιών και δημόσιας παρουσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ιωάννα Καρέλια αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα του συλλόγου, με ρόλο που φαίνεται να ξεπερνά τα όρια του αγωνιστικού χώρου.

Το αν αυτή η εικόνα αποτελεί απλώς επιβράβευση της μέχρι σήμερα προσφοράς της ή προάγγελο μιας ακόμη πιο ενεργής παρουσίας στα κοινά του συλλόγου τα επόμενα χρόνια, μένει να φανεί. Το βέβαιο είναι ότι η εκδήλωση στο «Ανδρέας Βαρίκας» κατέστησε σαφές πως η Ιωάννα Καρέλια αποτελεί πλέον ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της επόμενης ημέρας του Πανιωνίου.

Η Νεοσμυρνιώτισσα Χριστίνη Δέση-Λουκά δηλώνει: «Αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει»

Η Νεοσμυρνιώτισσα Χριστίνη Δέση-Λουκά δηλώνει: «Αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει»

Γράφει η ΝΑΤΑΛΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΩΤΗ

Μόλις λίγες ώρες αφότου πήρε εξιτήριο από το «Αττικόν», όπου μεταφέρθηκε μετά την άφιξή της στην Αθήνα και οι γιατροί έκριναν πως έπρεπε να παραμείνει για νοσηλεία κάποιες ημέρες, η Χριστίνη Δέση-Λουκά μάς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της στη Νέα Σμύρνη με αργές κινήσεις. Τα πόδια της είναι ακόμη αδύναμα και κάθε της βήμα δείχνει προσεκτικό, σχεδόν μετρημένο. Στο σαλόνι υπάρχουν ανοιχτές τσάντες, χαρτιά από το νοσοκομείο, φορτιστές και μερικά ρούχα που δεν έχει προλάβει ακόμη να τακτοποιήσει.

Παρότι ακόμη προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις εικόνες από την κράτηση, μιλάει για όσα έζησε σαν να ήταν ένα σκοτεινό όνειρο που τελείωσε απότομα. Δεν δείχνει διατεθειμένη να λυγίσει. Αντίθετα, μοιάζει πιο αποφασισμένη από ποτέ να μιλήσει δημόσια για όσα βίωσε. «Αυτό που έγινε με πεισμώνει ακόμη περισσότερο», λέει. «Για να μάθει ο κόσμος τι σημαίνει Ισραήλ και τι συμβαίνει πραγματικά εκεί. Γιατί αν αυτά μπορούν να τα κάνουν σε εμάς, που ήμασταν μέλη μιας διεθνούς αποστολής, τότε τι μπορεί να περνούν καθημερινά οι Παλαιστίνιοι;».

Με αυτή τη σκέψη προσπαθεί τώρα σιγά σιγά να επιστρέψει στην καθημερινότητά της και να οργανώσει τα επόμενα βήματά της. Στο μεταξύ, από την κουζίνα έρχεται η μυρωδιά από κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Η μητέρα της κινείται ήσυχα στο σπίτι, στρώνει το τραπέζι, γεμίζει ποτήρια με νερό και κάθε τόσο κοιτάζει την κόρη της με εκείνο το βλέμμα της ανακούφισης που έρχεται μόνο όταν ένας άνθρωπος επιστρέφει ζωντανός και καλά. «Φάε λίγο, έχεις μέρες να φας κανονικά», της λέει χαμηλόφωνα. Η Χριστίνη γελά κουρασμένα. «Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο κανονικό φαγητό μετά από πολύ καιρό…».

Το κινητό της δονείται συνεχώς. Μηνύματα από φίλους, συναγωνιστές, ανθρώπους που έμαθαν τι συνέβη και θέλουν να ρωτήσουν αν είναι καλά. Εκείνη προσπαθεί να απαντήσει σε όλους, αλλά γρήγορα το αφήνει στην άκρη. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη ότι γύρισα», λέει.

Η κουβέντα επιστρέφει σχεδόν αμέσως στη Γάζα. Στην αποστολή του Global Sumud Flotilla. Στο ταξίδι που ξεκίνησε ως μια πράξη αλληλεγγύης και κατέληξε – όπως περιγράφει – σε μια εμπειρία εξευτελισμού, βίας και απόλυτης αβεβαιότητας.

«Για μένα αυτή η ιστορία δεν ξεκίνησε τώρα. Το Παλαιστινιακό ήταν κάτι που με απασχολούσε από τα φοιτητικά μου χρόνια. Παρακολουθούσα από πολύ μικρή τις αποστολές αλληλεγγύης, τις εικόνες από τη Γάζα, τις επιθέσεις, τον αποκλεισμό. Με είχε αγγίξει πολύ το πώς ένας λαός συνεχίζει να αντιστέκεται μέσα σε τόσο ακραίες συνθήκες». Μετά το 2023, αισθανόταν όλο και πιο έντονα ότι δεν μπορεί να μένει απλώς θεατής. «Αρχισα να σκέφτομαι πολύ ενεργά πώς μπορώ να βοηθήσω κι εγώ. Πώς μπορώ να κάνω κάτι πιο ουσιαστικό από το να βλέπω ειδήσεις ή να ανεβάζω πράγματα στα social media».

Η απόφαση για τη συμμετοχή της στον Στολίσκο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επρεπε να πάρει άδεια από τη δουλειά της, να οργανώσει τα πάντα μήνες πριν. «Αλλά όταν άνοιξε ξανά η δυνατότητα συμμετοχής, είπα ότι αυτή τη φορά πρέπει να πάω».

Σηκώνει για λίγο το πιρούνι της, αλλά γρήγορα το αφήνει ξανά κάτω. Μιλάει ήρεμα, χωρίς υπερβολές, όμως σχεδόν κάθε πρόταση μοιάζει να κουβαλά εικόνες που ακόμη προσπαθεί να επεξεργαστεί. Οταν τη ρωτώ γιατί αποφάσισε να συμμετάσχει σε αυτή την αποστολή, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Θέλαμε να εκφράσουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας στους Παλαιστινίους, σε έναν λαό που έρχεται αντιμέτωπος με μια γενοκτονία. Να σπάσουμε τον ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρουμε ανθρωπιστική βοήθεια. Αλλά κυρίως να μην μπορεί κανείς να πει ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί».

Οταν ξεκίνησαν το ταξίδι, όλοι γνώριζαν ότι υπήρχε πιθανότητα επέμβασης. Οι προηγούμενες αποστολές το είχαν δείξει ξεκάθαρα. «Ξέραμε ότι μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με βία. Αλλά όχι αυτό. Σε καμία περίπτωση αυτό».

Θυμάται ακόμη τη στιγμή που πλησίασαν τα φουσκωτά. Τις φωνές από τα μεγάφωνα. Τις εντολές να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να πάνε στην πλώρη. «Η αποστολή ήταν απολύτως ειρηνική. Δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Σηκώσαμε τα χέρια και ακολουθήσαμε όλες τις οδηγίες».

Κι όμως, λίγη ώρα αργότερα, όπως λέει, άρχισε κάτι που ακόμη δυσκολεύεται να περιγράψει. «Από τη στιγμή που πατούσες το πόδι σου στο πλοίο – φυλακή καταλάβαινες ότι δεν είσαι πια άνθρωπος. Σου έπαιρναν το διαβατήριο, σου έδιναν έναν αριθμό και τελείωσε. Δεν ήξερες πού βρίσκεσαι, δεν ήξερες αν υπάρχει κάποιος που ξέρει τι συμβαίνει σε σένα, αν υπάρχει δικηγόρος, αν υπάρχει οποιαδήποτε προστασία».

Η φωνή της χαμηλώνει όταν περιγράφει το κοντέινερ μέσα από το οποίο περνούσαν όλοι πριν μπουν στον χώρο κράτησης. «Εκεί ξεκινούσαν τα πρώτα βασανιστήρια. Μπουνιές, χτυπήματα, ηλεκτροσόκ με taser, χτυπήματα με όπλα. Ηταν οργανωμένο. Δεν ήταν κάτι τυχαίο».

Σταματά για λίγο και κοιτάζει το πιάτο της χωρίς να μιλά. Η μητέρα της παρατηρεί από την κουζίνα, αλλά δεν τη διακόπτει. «Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερες ποιο είναι το όριο. Δεν ήξερες αν αυτό που συμβαίνει θα μείνει εκεί ή αν μπορεί ξαφνικά να γίνει κάτι πολύ πιο ακραίο».

Οι περιγραφές της για τις συνθήκες κράτησης προκαλούν αίσθημα ασφυξίας. «Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου νερό. Τη δεύτερη μέρα δεν νομίζω ότι ήπια ούτε μισό μπουκαλάκι. Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, δεν υπήρχε χαρτί τουαλέτας, δεν υπήρχε φαγητό». Θυμάται παγωμένα κομμάτια ψωμιού πεταμένα στο πάτωμα, ανθρώπους στριμωγμένους σε κοντέινερ, χημικές τουαλέτες που είχαν σταματήσει να λειτουργούν και νύχτες χωρίς ύπνο. «Χτυπούσαν τα κοντέινερ μέσα στη νύχτα, άναβαν φώτα, έβαζαν θορύβους για να μη μας αφήνουν να κοιμηθούμε. Υπήρχε διαρκώς ένα όπλο πάνω από το κεφάλι σου».

Η ίδια τραυματίστηκε λόγω της πολύωρης ακινησίας και της βίας που – όπως λέει – ακολούθησε. «Είχα πάθει νευροπάθεια. Δεν μπορούσα να κουνήσω καλά τα πόδια μου. Επειδή πήγαινα αργά, με έριχναν κάτω και με χτυπούσαν στο ήδη τραυματισμένο πόδι. Με πατούσαν με αρβύλες πάνω στο διάστρεμμα».

Οι γιατροί στο «Αττικόν» τής εξήγησαν αργότερα ότι θα χρειαστούν εβδομάδες για να επανέλθει πλήρως η κινητικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια επιμένει ότι ο δικός της τραυματισμός «είναι το λιγότερο». «Υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα». Και επαναλαμβάνει «ότι όντως είναι μικρό σε σχέση με τους 9.500 Παλαιστίνιους που είναι τώρα στη φυλακή (…) Πραγματικά ο δικός μου είναι ένα τίποτα μπρος σε αυτό που έχουν περάσει και περνούν αυτοί οι άνθρωποι». Θα επαναλάβει δε πολλές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας ότι «υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα».

Σκύβει για λίγο και τρίβει το γόνατό της. «Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν ήταν να σε κάνουν να φοβηθείς. Να σε εξευτελίσουν. Να νιώσεις ότι δεν έχεις καμία αξία». Περιγράφει συνεχή λεκτική και σεξιστική κακοποίηση προς τις γυναίκες της αποστολής. «Μας φώναζαν “ομορφούλες”, “ασχημούλες”, μας τραβούσαν από τα μαλλιά, μας άγγιζαν, μας έκαναν χυδαία σχόλια. Υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια εξευτελισμού».

Κάποια στιγμή η μητέρα της τη διακόπτει απαλά. «Φτάνει λίγο τώρα», της λέει. «Πρέπει να ξεκουραστείς». Η Χριστίνη χαμογελά σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν τρυφερά. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σπίτι γεμίζει ξανά με μια σχεδόν συνηθισμένη οικογενειακή εικόνα. Κι όμως, η ίδια επιστρέφει ξανά στις εικόνες του πλοίου. «Το πιο δύσκολο ήταν ότι δεν ξέραμε πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Δεν είχαμε επικοινωνία ούτε με οικογένεια ούτε με ελληνικές Αρχές. Ημασταν άνθρωποι εξαφανισμένοι μέσα σε ένα πλοίο – φυλακή».

Παρά τη βία, όμως, εκείνο που θυμάται περισσότερο είναι η αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η φωνή της αλλάζει για πρώτη φορά όταν μιλά γι’ αυτό. Γίνεται πιο ζεστή. Πιο ανθρώπινη. «Οι γιατροί της αποστολής έστησαν ένα μικρό αυτοσχέδιο νοσοκομείο μέσα στο πλοίο. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Μοιραζόμασταν νερό, δίναμε κουράγιο στους πιο τραυματισμένους, προσπαθούσαμε να κρατηθούμε ψύχραιμοι».

Τη ρωτώ αν φοβήθηκε πραγματικά. Η Χριστίνη δεν το σκέφτεται καν πριν απαντήσει. «Ναι. Ειδικά στο πλοίο – φυλακή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν υπάρχει πια. Δεν ξέραμε τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή». Σκύβει για λίγο το κεφάλι και ακουμπά ασυναίσθητα το τραυματισμένο της πόδι.

Σταματά και κοιτάζει για λίγο έξω από το παράθυρο. «Προσπαθούσαν να μας απανθρωποποιήσουν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Ακόμη κι ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα στον ώμο, το να πεις στον άλλο “λίγο έμεινε, θα βγούμε”, είχε τεράστια σημασία». Η ίδια πιστεύει ότι στόχος της βίας ήταν ξεκάθαρα ο εκφοβισμός. «Ηθελαν να δείξουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οτι μπορούν να κάνουν ρεσάλτο οπουδήποτε στη Μεσόγειο και να σε διαλύσουν για να μην το ξανατολμήσεις», λέει με σιγουριά, ενώ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει δολοφονικό το κράτος του Ισραήλ.

Μιλά και για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης με εμφανή πικρία. «Θεωρούμε ότι επί τρεις μέρες υπήρχαν Έλληνες πολίτες που είχαν απαχθεί και βασανίζονταν και δεν υπήρξε ουσιαστική προστασία». Παρά την εξάντληση, μιλά συνεχώς για τη Γάζα. Για το ότι «δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε». Για το ότι «ο παλαιστινιακός λαός είναι φάρος αντίστασης». Για το ότι «μπορεί να χάνεις μια μάχη αλλά συνεχίζεις».

Η μητέρα της επιστρέφει με λίγες ακόμη πατάτες στο πιάτο της. «Φάε επιτέλους», της λέει γελώντας. Η Χριστίνη γελά κι εκείνη, για πρώτη φορά πραγματικά δυνατά.

Τη ρωτώ αν, μετά από όλα αυτά, θα συμμετείχε ξανά σε μια αντίστοιχη αποστολή. Σιωπά για λίγο. «Θέλω λίγο χρόνο να αναρρώσω», λέει τελικά. «Αλλά ναι. Θα το ξαναέκανα. Γιατί αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει».

Από την Έντυπη Έκδοση ΤΑ ΝΕΑ – Πρόσωπα & Ιστορίες

Δημοσκοπήσεις και Ψηφοφόροι: Αντικειμενική Έρευνα Εκλογών ή Εργαλείο Χειραγώγησης της Κοινής Γνώμης;

Δημοσκοπήσεις και Ψηφοφόροι: Αντικειμενική Έρευνα Εκλογών ή Εργαλείο Χειραγώγησης της Κοινής Γνώμης;

Μάριου Παπαευσταθίου & Παναγιώτη Λαμπρόπουλου

Οι αριθμοί στις δημοσκοπήσεις μοιάζουν αντικειμενικοί· όμως πίσω από κάθε ποσοστό κρύβεται μια επιλογή, μια διατύπωση, μια απόφαση και ενίοτε μια στρατηγική.

Οι εκλογικές δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται ως το κατεξοχήν εργαλείο αποτύπωσης της κοινής γνώμης: μετρούν προτιμήσεις, καταγράφουν τάσεις και επιχειρούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων πριν, κατά τη

διάρκεια και αμέσως μετά τις εκλογές. Ωστόσο, ο τρόπος οργάνωσης και ο σκοπός τους δεν είναι ποτέ ουδέτεροι· διαφοροποιούνται ανάλογα με το ποιος τις χρηματοδοτεί, ποιος τις διεξάγει και μέσα από ποια κανάλια δημοσιότητας προβάλλονται.[1]

Στο επίσημο μητρώο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) καταγράφονται από το 2007 οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα, οι οποίες έως τον Μάιο του 2026 ανέρχονται σε εβδομήντα τρεις. Από τα ίδια τα στοιχεία του μητρώου προκύπτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα: η παρουσία διεθνών ομίλων στον πυρήνα του κλάδου. Ενδεικτικά, η MRB Hellas εμφανίζει συμμετοχή 44% της WPP Holdings Italy SRL, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στη WPP Holdings (Holland) B.V., θυγατρική του παγκόσμιου κολοσσού

επικοινωνίας και διαφήμισης WPP Group.

Το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη μεροληψίας. Αναδεικνύει όμως ότι τουλάχιστον μία μεγάλη ελληνική εταιρεία δημοσκοπήσεων συνδέεται θεσμικά με έναν διεθνή όμιλο που δραστηριοποιείται στον χώρο της διαφήμισης, των media, της επικοινωνίας και των δημοσίων σχέσεων — δηλαδή ακριβώς στους τομείς που διαμορφώνουν την εικόνα, το αφήγημα και την πολιτική στρατηγική στη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα, και άλλες εταιρείες του χώρου εμφανίζουν ισχυρούς δεσμούς με την επικοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης, τη διαφήμιση και την πολιτική στρατηγική.

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις δεν μένουν στα συρτάρια των ερευνητών, αλλά προβάλλονται κυρίως μέσα από τηλεοπτικούς σταθμούς και μεγάλα media, με τα οποία οι εταιρείες συνεργάζονται στενά. Έτσι, το αποτέλεσμα μιας έρευνας δεν λειτουργεί μόνο ως «καταγραφή» της πραγματικότητας, αλλά

μετατρέπεται σε τηλεοπτικό γεγονός, σε τίτλο ειδήσεων, σε γραφικό πίνακα, σε πολιτικό επιχείρημα. Η δημοσκόπηση, δηλαδή, παύει να είναι απλώς εργαλείο μέτρησης και γίνεται ταυτόχρονα εργαλείο επιρροής.

Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι κάθε δημοσκόπηση επηρεάζεται καθοριστικά από τεχνικούς και μεθοδολογικούς παράγοντες: την επιλογή και τη σύνθεση του δείγματος, τη διατύπωση των ερωτήσεων, τη χρονική στιγμή διεξαγωγής, αλλά και τον τρόπο παρουσίασης των αποτελεσμάτων από τα μέσα ενημέρωσης. Μικρές διαφοροποιήσεις σε αυτά τα σημεία μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές ερμηνείες και, τελικά, σε διαφορετικές εντυπώσεις στο κοινό. [2].

Σε ένα περιβάλλον όπου τα media, η πολιτική επικοινωνία, οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων, τα bots και η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζουν το ψηφιακό κλίμα, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο:

Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Όμως, η κατανόηση των δομών, των διασυνδέσεων και των μηχανισμών πίσω από τους αριθμούς αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί ο πολίτης να διαβάζει τα ποσοστά με κριτικό βλέμμα και

όχι ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια. [3].

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι αφενός η χρησιμότητά τους είναι αμφιλεγόμενη, και αφετέρου η αντικειμενικότητά τους. Οι επικριτές των δημοσκοπήσεων υποστηρίζουν ότι πολλές φορές δημιουργείται το λεγόμενο «φαινόμενο της τάσης», όπου αρκετοί ψηφοφόροι επηρεάζονται από το ποιος εμφανίζεται να προηγείται. Τελικά αυτοί στρέφονται προς την πλευρά του κόμματος ή του υποψηφίου που είναι πιθανότερο να κερδίσει[4]. Αυτή η τάση, αποτέλεσε

αντικείμενο μελέτης του Herbert Simon το 1954.

Η μελέτη αυτή εξετάζει αν οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν την ψήφο των πολιτών και δεν περιορίζονται μόνο στην καταγραφή της κοινής γνώμης.

Ο Simon περιγράφει δύο βασικά φαινόμενα. Το πρώτο είναι το «Bandwagoneffect», όπου κάποιοι ψηφοφόροι τείνουν να στηρίζουν το κόμμα ή τον υποψήφιο που εμφανίζεται μπροστά στις δημοσκοπήσεις, επειδή θεωρούν ότι θα είναι ο νικητής. Το δεύτερο είναι το «Underdogeffect», όπου ορισμένοι ψηφοφόροι στρέφονται προς εκείνον που φαίνεται να χάνει, είτε από συμπάθεια είτε ως αντίδραση απέναντι στους «κυρίαρχους του παιχνιδιού» [5].

Τίθεται το ερώτημα, οι συμμετέχοντες σε μια δημοσκόπηση, διατυπώνουν ελεύθερα, αντικειμενικά και ειλικρινώς τις απόψεις τους; Η θεωρία της «σπείρας της σιωπής» έρχεται να μας διαφωτίσει σχετικώς (της Elisabeth Noelle-Neumann). Υποστηρίζει ότι πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να εκφράσουν δημόσια την άποψή τους όταν πιστεύουν ότι η θέση τους είναι μειοψηφική ή κοινωνικά μη αποδεκτή. Αντίθετα, όταν θεωρούν ότι η άποψή τους συμφωνεί με την πλειοψηφία, αισθάνονται πιο άνετα να μιλήσουν ανοιχτά [6].

Οι Traugott και Lavrakas, έρχονται να συμπληρώσουν ότι η αξιοπιστία μιας δημοσκόπησης επηρεάζεται από παράγοντες όπως: η επιλογή του δείγματος, το πώς διατυπώνονται οι ερωτήσεις, η συμμετοχή ή μη των πολιτών στην έρευνα, καθώς και ο τρόπος παρουσίασης των αποτελεσμάτων από τα μέσα ενημέρωσης [7].

Ο ρόλος των ΜΜΕ, είναι αναμφίβολα καταλυτικός. Η ραγδαία ανάπτυξη της ψηφιακής επικοινωνίας έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο διακινούνται οι πληροφορίες, κάνοντας όλο και πιο δύσκολο για τους πολίτες να ξεχωρίσουν τι είναι αληθινό και τι όχι μέσα στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον του διαδικτύου. Τα ψευδή νέα και η παραπληροφόρηση έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμιο φαινόμενο, καθώς διαδίδονται πολύ γρήγορα μέσω πλατφορμών όπως το Facebook, το Twitter και το WhatsApp, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη και μειώνοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης επιλέγουν να παρουσιάσουν τα γεγονότα. Η Θεωρία Καθορισμού Ημερήσιας Διάταξης των McCombs και Shaw (1972) υποστηρίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης επηρεάζουν τα θέματα που η κοινωνία θεωρεί σημαντικά, δίνοντας μεγαλύτερη προβολή σε συγκεκριμένα ζητήματα. Παράλληλα, η Θεωρία Πλαισίωσης του Entman (1993) εξηγεί πως οι πληροφορίες μπορούν να παρουσιαστούν με τρόπο που να ενισχύει συγκεκριμένες ερμηνείες και αντιλήψεις

Οι θεωρίες αυτές δείχνουν ότι η χειραγώγηση της αλήθειας δεν αφορά μόνο τη μετάδοση πληροφοριών, αλλά συνδέεται και με ιδεολογικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου διαφορετικές πλευρές ανταγωνίζονται για επιρροή και εξουσία [8].

Παράλληλα,η είσοδος των bots και της Τεχνητής Νοημοσύνης στον ψηφιακό δημόσιο χώρο έχει αλλάξει ριζικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγονται και ερμηνεύονται οι πολιτικές δημοσκοπήσεις. Αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί μπορούν να πολλαπλασιάζουν τεχνητά τη διάδοση συγκεκριμένων απόψεων, να δημιουργούν ψευδαίσθηση μαζικής αποδοχής και να επηρεάζουν τόσο τη συμπεριφορά των χρηστών στα κοινωνικά δίκτυα όσο και το κλίμα που αποτυπώνουν οι έρευνες κοινής γνώμης. Παράλληλα, αλγόριθμοι Τεχνητής Νοημοσύνης χρησιμοποιούνται για την ανάλυση μεγάλων δεδομένων και τη στόχευση πολιτικών μηνυμάτων με πρωτοφανή ακρίβεια, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην αντικειμενική καταγραφή τάσεων και στη σκόπιμη διαμόρφωση

τους. Έτσι, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δημοκρατία: οι δημοσκοπήσεις αντανακλούν την πραγματική βούληση των πολιτών ή επηρεάζονται από ένα ψηφιακά κατασκευασμένο περιβάλλον που διαμορφώνει εκ των προτέρων την κοινή γνώμη;

Τα τελευταία χρόνια, οι ερευνητές μελετούν όλο και περισσότερο έναν νέο τύπο πολιτικής δημοσιογραφίας, γνωστό ως «horseracejournalism», που επικεντρώνεται κυρίως στο ποιος προηγείται και ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές. Αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα ένα κενό στην ενημέρωση, σχετικά με

τις πολιτικές του κάθε κόμματος, τις θέσεις του σε διάφορα θέματα, και γενικότερα στις «γραμμές» του. Πέρα από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων, και μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα χρησιμοποιούν πλέον σύνθετες αναλύσεις δεδομένων από πολλές διαφορετικές δημοσκοπήσεις, προσπαθώντας να προβλέψουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πιθανότητες νίκης κάθε υποψηφίου ή κόμματος.

Ωστόσο, αρκετές μελέτες δείχνουν ότι αυτού του τύπου οι προβλέψεις μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση στους ψηφοφόρους και να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι το εκλογικό αποτέλεσμα έχει ήδη σχεδόν κριθεί. Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι ο νικητής είναι ήδη δεδομένος, κάποιοι θεωρούν ότι η ψήφος τους δύσκολα θα αλλάξει κάτι και τελικά επιλέγουν να μην συμμετάσχουν καν στην εκλογική διαδικασία [9]. Αυτή η αίσθηση προδιαγεγραμμένου αποτελέσματος μπορεί και επηρεάζει ακόμη και τα ποσοστά αποχής που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια

στις εκλογικές αναμετρήσεις της χώρας μας.

Συμπερασματικά, οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο καταγραφής της κοινής γνώμης, χωρίς όμως να παύουν να προκαλούν έντονες συζητήσεις γύρω από την επιρροή και την αντικειμενικότητά τους. Όταν μια δημοσκόπηση χρηματοδοτείται από πολιτικά κόμματα, μέσα ενημέρωσης ή επιχειρηματικούς φορείς, συχνά γεννώνται ερωτήματα σχετικά με την αντικειμενικότητα της έρευνας. Η συζήτηση αυτή αφορά θέματα όπως η επιλογή του δείγματος, ο τρόπος διατύπωσης των ερωτήσεων, ο χρόνος δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων, αλλά και ο τρόπος παρουσίασής τους από τα μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα, έχει ασκηθεί κριτική και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, καθώς διαφορετικές μέθοδοι «κατανομής» τους μπορούν να επηρεάσουν την τελική εικόνα μιας μέτρησης.

[1] Shaw, D., & Wlezien, C. (2025). «Election Polls». In Reference Module in Social Sciences. Elsevier. https://doi.org/10.1016/B978-0-443-26629-4.00119-2

[2]https://www.esr.gr/%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5CE%AF%E%B5%CF%82%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%C%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD/

[3] Traugott, M. W., & Lavrakas, P. J. (2008). «The Voter’s Guide to Election Polls »(6th ed.). Rowman & Littlefield Publishers.

[4] Britannica, https://www.britannica.com/topic/public-opinion/Nonscientific polling#ref397929

[5] Simon, H. A. (1954). «Bandwagon and Underdog Effects and the Possibility of Election Predictions». Public Opinion Quarterly, 18(3), 245–253.

[6] Noelle-Neumann, E. (1974). «The Spiral of Silence: A Theory of Public Opinion». Journal of Communication, 24(2), 43–51.

[7] Traugott, M. W., & Lavrakas, P. J. (2008). «The Voter’s Guide to Election Polls» (6th ed.). Rowman & Littlefield Publishers.

[8] Fadeji, J. A., Aluko, A. J., & Hamzat, F. O. (2025). «Shadows of Truth: Media Framing, Agenda-Setting, and the Commodification of Reality through Classical Philosophical Paradigms». Kashere Journal of Politics and International Relations, 3(1), 165.

[9] https://journalistsresource.org/politics-and-government/horse-race-reporting-election/, Pew Research Center. «Horse race coverage of elections and its effects on voters».JournalistsResource.